critics

 

Ανέκαθεν στην κοινωνία μας, και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η διάθεση για κριτική σε όλους τους τομείς είναι παραπάνω από εμφανής. Μάλλον είναι στην ίδια τη φύση μας και όταν γίνεται σωστά μπορεί να είναι και εποικοδομητική. Πέρα απ’ το «ήθελε περισσότερο αλάτι το γιουβέτσι», η κριτική έχει από καιρό αναχθεί σε επάγγελμα. Επάγγελμα «για λίγους» θα έλεγαν μερικοί, αλλά άλλο θέμα αυτό. Καλώς γίνεται, χρήσιμο να υπάρχει, όμως πώς θα έπρεπε κάποιος να δεχτεί μια κριτική που αφορά ένα δημιούργημά του, ιδιαίτερα όταν είναι αρνητική;

 

Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι ένα γεγονός της τελευταίας εβδομάδας του καλοκαιριού, σχετικά με τον νεαρό Άγγλο, Tom Odell. Το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο ‘Long Way Down’ κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες και μάλλον δεν άρεσε στο περιοδικό NME, που του χάρισε μια θέση δίπλα σε ελάχιστους δίσκους βαθμολογημένους με μηδέν. Μία αντίδραση σ’ αυτό θα μπορούσε να είναι αυτή του πατέρα του τραγουδοποιού, ο οποίος κάλεσε τα γραφεία του εν λόγω περιοδικού για να διαμαρτυρηθεί. Δε γνωρίζω από «πρώτο χέρι» το πατρικό ένστικτο, αλλά σίγουρα δε μου φαίνεται παράλογο, όσες συζητήσεις –ή προβλήματα- κι αν δημιούργησε μετέπειτα.

 

 

«Πες ό,τι θες για μένα, αρκεί να λες το όνομά μου σωστά». Αυτή η φράση φαίνεται να λειτούργησε ακριβώς στην περίπτωση μας, μιας και το άλμπουμ κατέληξε στο νούμερο ένα της εβδομάδας. Βοήθησε λίγο ο σχεδόν ανύπαρκτος ανταγωνισμός, κυρίως με άλμπουμ προηγούμενων εβδομάδων, όπως του Kanye West, του οποίου η επιτυχία δε φαίνεται να διαρκεί στην Αγγλία όσο στη χώρα του. Το ‘Long Way Down’ δεν είναι βέβαια απ’ τα άλμπουμ που εύκολα θα πηγαίνανε εύκολα στην κορυφή υπό άλλες συνθήκες, ούτε όμως του ταιριάζει εκείνο το μηδενικό δίπλα στο εξώφυλλό του.

 

Ο Tom Odell έχει επιλέξει να μη σχολιάσει δημόσια τα όσα έγιναν. Δυστυχώς, δε γνωρίζω να σας μεταφέρω την κουβέντα με τον πατέρα του, που μάλλον θα έχει ενδιαφέρον. Η σιωπή είναι μια συνηθισμένη τακτική για πολλούς αποδέκτες τέτοιου είδος σκληρής κριτικής και μάλλον η πιο αξιοπρεπής. Ωστόσο, υπάρχουν άλλοι πιο οξύθυμοι ή αντιδραστικοί, όπως οι, επίσης Άγγλοι,Levellers. Όταν το ίδιο περιοδικό είχε βαθμολογήσει με 3/10 ένα απ’ τα καλύτερα άλμπουμ της καριέρας τους, το ‘Levelling The Land’, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο μπασίστας τους,JeremyCunningham, αποφάσισε να στείλει στον αρθρογράφο ένα «δώρο». Έκανε το «χοντρό» του λοιπόν σ’ ένα δέμα και το έστειλε συστημένο. Δύο χρόνια αργότερα έγραψαν, στο τραγούδι τους ‘100 Years Of Solitude’, “The NME meant nothing to you, and the Maker well the Maker of who?”, αναφερόμενοι και στο άλλο μεγάλο περιοδικό της εποχής, Melody Maker.

 

Εν τέλει, η αντίδραση μάλλον εξαρτάται απ’ τον κάθε άνθρωπο και γι’ αυτό κάποιοι θα κρατάνε χαμηλούς τόνους, ενώ άλλοι θα βρίσκουν ευφάνταστους τρόπους να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Όταν όμως κάποιος επιλέγει να βιοποριστεί από πράματα στα οποία αναγκαστικά θα ασκηθεί κριτική, τότε ίσως είναι καλύτερο να προσπαθεί να τα έχει καλά με όλους. Ίσως πάλι όχι. Η άσκηση κριτικής, απ’ την άλλη, είναι άλλο κεφάλαιο και το καλό που μπορεί να κάνει όταν γίνει σωστά είναι μικρότερο απ’ το κακό που προκαλεί η παντελής απουσία της. Το ιδανικό; Αυτιά και μάτια έχουμε όλοι, ας τα χρησιμοποιήσουμε… καλοπροαίρετα.

 

Δημήτρης Όρλης