46077559 348100735998993 2336430937367117824 n

 

Οι Beatles, η ψυχεδέλεια και…η μπανάνα!

 

Ψυχεδέλεια:ονειρώδης κατάσταση που δημιουργείται σε κάποιον από την λήψηπαραισθησιογόνωνουσιών, ιδίως LSD(κατ’ επέκταση) η παραίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται σε τέτοια ονειρώδηκατάσταση εξαιτίας οπτικών ή ακουστικών ερεθισμάτων.

 

Όταν ακούσαμε για πρώτη φορά τη λέξη «ψυχεδέλεια» είναι αλήθεια ότι δεν ξέραμε τι θα πει.
Αρχίσαμε να την καταλαβαίνουμε κυρίως με το άκουσμα του μυθικού άλμπουμ των Beatles,το «Sgt.Pepper’s Lonely Hearts Cub Band».
Ηταν ένα άκουσμα καινούργιο, περίεργο, τελείως ξένο με όσα είχαμε ακούσει μέχρι τότε.

 

Μπορώ να πω ότι στην αρχή δεν μου προξένησε το ενδιαφέρον, ωστόσο, ακούγοντας συνεχώς το δίσκο μπόρεσα να καταλάβω ότι οι συνθέσεις αυτές είχαν πραγματοποιηθεί υπό την επήρεια παραισθησιογόνων και υπό την επίδραση της διδασκαλίας του Ινδού γκουρού ΜαχαρίσιΜαχές, στον οποίο είχαν προσφύγει οι Beatles αναζητώντας νέους δρόμους δημιουργίας.

 

Θυμάμαι ακόμη τον παράξενο ήχο του σιτάρ στη συναυλία τον Rolling Stones στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στις 17 Απριλίου 1967, την ώρα δηλαδή που οι συνταγματάρχες ετοίμαζαν την ολέθρια εκτροπή.

 

Ηταν πραγματικά ένας ήχος που σε ταξίδευε σε κόσμους περίεργους και παράξενους.
Μαθητές ακόμη του γυμνασίου, αλλά με συγκρότημα ροκ, που παίζαμε σε διάφορα «μουσικά πρωινά» της εποχής σκεφτήκαμε ότι πρέπει κι εμείς να γίνουμε «ψυχεδελικοί».

Ο αείμνηστος Αγγελος Μαστοράκης, παιδικός μου φίλος, τραγουδιστής στο συγκρότημά μας, με φωνή σαν του Ερικ Μπάρτον ( ο μετέπειτα εκδότης του περιοδικού «9» της Ελευθεροτυπίας) ανέλαβε να μας μυήσει στη μόδα.

 

«Εχω ακούσει ότι αν καπνίσουμε τριμμένη φλούδα μπανάνας, την οποία θα έχουμε ψήσει στο φούρνο, θα αισθανθούμε τη σημαίνει ψυχεδέλεια» μας είπε.
Οι φλούδες βρέθηκαν, ψήθηκαν στο φούρνο, και τις χτυπήσαμε στο γουδί με το ξύλινο γουδοχέρι, φτιάχνοντας μία σκόνη την οποία αναμίξαμε με καπνό που βγάλαμε από τα τσιγάρα (τότε δεν υπήρχε τσιγαρόχαρτο, ήταν παράνομο) και με το μίγμα ξαναγεμίσαμε μερικά τσιγάρα.

 

Κάποια στιγμή λοιπόν βρεθήκαμε οι πέντε του συγκροτήματος, ο Αγγελος, ο Γιάννης, ο Μπούλης, ο Γιώργος και ο γράφων και αποφασίσαμε να γίνουμε Beatles.
Θυμάμαι μόνο ότι τα μάτια μου έτρεχαν συνεχώς δάκρυα, το κεφάλι μου γύριζε και έσπευσα στην τουαλέτα για «εξαγωγή» όλων όσων είχα φάει εκείνη την ημέρα.

 

«Δεν είμαστε για τέτοια ψυχεδέλεια» είπα στα παιδιά αλλά δεν μπορούσαμε να παίξουμε «ψυχεδελικά» τραγούδια χωρίς να έχουμε τουλάχιστον την κατάλληλη αμφίεση.

 

Ηταν καλοκαίρι, είχαμε αφήσει όλοι μουστάκι «κινέζικο» και αποφασίσαμε να ντυθούμε όπως οι Beatles και να εμφανισθούμε σε ένα πάρτι φίλων του Γιάννη στην Κηφισιά.

 

Η μάνα μας είχε στη ντουλάπα κάτι ρόμπες κινέζικες που τις είχε φέρει η θεία μου από την Αγγλία. Λουλουδάτες, με έντονα χρώματα, και ύφασμα σατέν. Ηταν όμως μόνο τρεις.

 

Πρέπει να είμαστε και οι πέντε ντυμένοι ψυχεδελικά» ήταν η άποψη που επικράτησε. Ετσι επιστρατεύτηκε μια στολή μηχανικού του εμπορικού ναυτικού με γαλόνια ,που βρήκε ο Αγγελος στο μπαούλο του μηχανικού πατέρα του και ένα χιτώνιο… εισπράκτορα που πήρε ο Μπούλης από έναν θείο του.

 

Ετσι, εμφανιστήκαμε στο πάρτι κρατώντας και ένα κινέζικο βάζο που έφερα από το σπίτι γεμάτο λουλούδια.

 

Η υποδοχή που μας επιφυλάχθηκε από ένα σωρό πλουσιόπαιδα που έκαναν το πάρτι σε έναν υπέροχο κήπο στην Κηφισιά, ήταν ενθουσιώδης.
Και όταν αρχίσαμε να παίζουμε το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, σε μια εκτέλεση ομολογώ της κακιάς ώρας, γέμισε κόσμο η αυτοσχέδια πίστα και το χειροκρότημα που έπεσε ήταν το κάτι άλλο.

 

Ηταν η μόνη, αλλά επιτυχημένη, «ψυχεδελική» μας εμφάνιση.

 

Αργότερα, όταν μαθεύτηκε το μπλέξιμο των Beatles με τα ναρκωτικά, είχαμε να λέμε ότι «εμείς τα είχαμε δοκιμάσει» και το λέγαμε με καμάρι χωρίς όμως να μιλάμε για την τριμμένη μπανάνα, τον πονοκέφαλο και τις «εξαγωγές».

 

Ωστόσο, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι το άλμπουμ εκείνο των Beatles δημιούργησε σχολή και ότι το Κατμαντού, το Νεπάλ και η Ινδία γέμισαν μουσικούς, μεταξύ των οποίων και Ελληνες, οι οποίοι μυήθηκαν στην ψυχεδέλεια η οποία, για να λέμε την αλήθεια, δεν επηρέασε την ελληνική ποπ-ροκ σκηνή.

 

Από την σελίδα του

 

Δημήτρης Καπράνος