z55biPKk51vcnrt7o2 12

 

Από τον Κων/νο Χρυσόγελο

 

Το μουσικό ρεύμα των New Romantics έχει συνδεθεί με τη δεκαετία του ’80. Στιλιστικά ανταποκρίνεται στο post-glam ύφος των αρχών της δεκαετίας του ’70, περιλαμβάνοντας ομοίως έντονο proto-goth make-up (αρκετοί punks το είχαν υιοθετήσει επίσης), αλλά ντύσιμο επιτηδευμένα κομψό και προσεγμένο. Μουσικά, υπάρχουν δύο τάσεις, οι οποίες πολλές φορές αλληλεπικαλύπτονται: Η πρώτη περιλαμβάνει ισχυρό μπάσο με funk-boogie αναφορές, έντονες κιθαριστικές παραμορφώσεις και ατμοσφαιρικά πλήκτρα, η δεύτερη προσανατολίζεται προς έναν περισσότερο ομοιογενή electro ήχο, με κατά κόρον χρήση των synthesizer, συχνά με την προσθήκη drum-machines για την απόδοση του ρυθμού με.

 

Ο κοινός παρονομαστής όλων των αυθεντικών New Romantics είναι η ιδεολογία τους, που συμβαδίζει απόλυτα με την αισθητική πρότασή τους. Όπως οι ποιητές του Ρομαντισμού, αλλά και του Συμβολισμού, οι μουσικοί της μεταπολεμικής Ευρώπης αισθάνονται ως ξένα σώματα. Νιώθουν απογοήτευση, ένα συναίσθημα που οδηγεί στην παραίτηση. Όταν εκφράζονται, η μουσική τους είναι μουντή και θλιμμένη. Οι φωνές τους και οι στίχοι τους αποτυπώνουν την απροσδιόριστη μελαγχολία που τους έχει πλημμυρίσει. Όπως οι Συμβολιστές και οι Νεοσυμβολιστές, βιώνουν την παρακμή της Γηραιάς Ηπείρου και τον κορεσμό του σύγχρονου τρόπου ζωής.  

 

Η λύση σε όλα τα παραπάνω ήταν να καταφύγουν στο underground, στα club Billy’s και Blitz, όπου κατοπινές φιγούρες-κλειδιά του New Romantic κινήματος, όπως ο Steve Strange (των Visage) και ο Boy George, θα επιδείκνυαν τις εκκεντρικές, στιλιστικές τους προτάσεις, χορεύοντας στον ρυθμό του David Bowie, που είχε την τιμητική του, με βραδιές αφιερώματα στη μουσική του.

 

 

Η λατρεία στο πρόσωπο του Bowie δεν ήταν φυσικά τυχαία. Ο εμπνευσμένος μουσικός είχε κυκλοφορήσει το 1977 τον πρώτο ίσως New Romantic δίσκο, το αξεπέραστο “Low”, σε συνεργασία με τον Brian Eno, που έφερε τον ήχο του μέλλοντος, και τον παραγωγό Tony Visconti. Η προσέγγιση του Bowie προοιωνίζεται την αντίστοιχη των νεότερων καλλιτεχνών που θα ακολουθούσαν: Χαμηλές φωνές, μελαγχολική διάθεση, μια αποστροφή για τον μοντέρνο καταναλωτισμό, από τον οποίο ωστόσο δεν μπορούσε να ξεφύγει, και μια ανεπιτυχής προσπάθεια να μιλήσει για τον έρωτα. Πίσω από τη σκεπτική, ενίοτε απελπισμένα περιπαθή φωνή του, ένας πρωτόγνωρος ήχος στα τύμπανα, παχύ μπάσο, σαξόφωνο και πολλά πλήκτρα.

 

 

Αν θεωρήσουμε το “Low” ως σημείο αφετηρίας και έμπνευσης για τους New Romantics, μπορούμε να προσδιορίσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν δύο δίσκοι που κυκλοφόρησαν την επόμενη διετία. Πρόκειται για το “Systems of romance” των Ultravox και το “Quiet life” των Japan (1978 και 1979 αντίστοιχα).

 

Οι πρώτοι, με τον John Foxx στα φωνητικά (πριν έρθει ο Midge Ure δηλαδή), είχαν ήδη δύο δίσκους στο ενεργητικό τους, που έπασχαν μάλλον από κρίση ταυτότητας, αφού το συγκρότημα πάσχιζε να αποφασίσει αν ανήκε στο punk ή το post punk. Το “Systems of romance” είναι πιο ώριμο και κατασταλαγμένο, αν και υπάρχει η αταίριαστη παραφωνία του “Some of them”. Κατά τα άλλα, ο δίσκος κινείται σε πιο up-tempo μονοπάτια σε σχέση με το “Low”, αν και η ιδιοσυγκρασία του είναι κατ’ ουσίαν η ίδια. Μια ματιά στο εξώφυλλο αποδεικνύεται χρήσιμη: Ένα ακριβό κοστούμι, ένα βραδινό αστικό τοπίο, ένα σκοτεινό άγαλμα που αγναντεύει την ευρωπαϊκή ιστορία… Όλα είναι εδώ.

 

 

Από την άλλη, το “Quiet life” των Japan (επίσης ο τρίτος δίσκος τους) αποτελεί τον απόλυτο προπομπό της «ορχηστρικής» (δηλαδή, μη electro) πλευράς των New Romantics κατά τη δεκαετία του ’80. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, οι Japan αυτού του δίσκου είναι η γκρίζα εκδοχή των Duran Duran. Αν οι δεύτεροι αποζήτησαν, και πέτυχαν, την pop επιτυχία, οι Japan πήραν τη σκυτάλη από τον Bowie, πηγαίνοντας τον Νεορομαντικό όραμα μερικά βήματα παρά πέρα.

 

 

Μετά από αυτούς τους δύο δίσκους, όλα ήταν έτοιμα για την επόμενη δεκαετία: Οι Ultravox άλλαξαν τραγουδιστή και γράπωσαν επιτέλους τη μέχρι τότε άπιαστη επιτυχία, οι Japan έγιναν επίσης πιο δημοφιλείς, ενώ παράλληλα εμφανίζονται οι Duran Duran, ο αλλαγμένος Adam Ant, καθώς και μια πλειάδα από electro-pop μπάντες που ίσα που είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους single το 1979 (βλ. OMD, Visage) ή ακόμα και ένα LP (Human League, Tubeway Army).

 

 

Τα διάφορα παρακλάδια των New Romantics, που όπως είπα όχι σπάνια διαπλέκονται μεταξύ τους, θα κυριαρχήσουν στα charts της Μ. Βρετανίας, αλλά και της Αμερικής (η λεγόμενη «2η βρετανική εισβολή του 1981») κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘80. Ωστόσο, αν πάμε δυο-τρία χρόνια πιο πίσω από το 1980, θα βρούμε ότι η γραμμή είχε αρχίσει μάλλον να διαγράφεται το 1977, με το “Low” του David Bowie, με άμεσους απόγονους τους Ultravox του “Systems of romance” και τους Japan του “Quiet life”. Αν μη τι άλλο, οι τίτλοι των δίσκων μιλούν από μόνοι τους.

 

«Και οι Roxy Music;» ρωτάτε. Σωστή παρατήρηση.