behere

 

του Κων/νου Χρυσόγελου
(Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.)

 

Στις 21 Αυγούστου του 1997 οι Oasis κυκλοφόρησαν το τρίτο τους δίσκο “Be here now”, εν μέσω εξωφρενικού παραληρήματος εκ μέρους του βρετανικού μουσικού Τύπου και του κοινού, που τον περίμεναν ως μάννα εξ ουρανού. Αμέσως τα μουσικά έντυπα αποφάνθηκαν ότι το “Be here now” είναι ότι καλύτερο έχει επινοήσει ο ανθρώπινος νους μετά τη γεωργία και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η φρενίτιδα άγγιξε τέτοια επίπεδα, που το album κατέληξε να πουλά πάνω από έξι εκατομμύρια αντίτυπα.

 

Τα περισσότερα από τα αντίτυπα αυτά μπορεί να τα βρει κανείς μεταχειρισμένα στα τοπικά δισκάδικα. Από την άλλη, σήμερα υπάρχει γενική συμφωνία μεταξύ των σύγχρονων κριτικών στο ότι το album δεν ήταν τελικά και τόσο καλό, αρκετοί μάλιστα φτάνουν μέχρι και να το απορρίπτουν εξ ολοκλήρου ως ανάξιο λόγου. Ο ίδιος ο Noel Gallagher, συνθέτης του δίσκου και ηγέτης των Oasis, έχει δηλώσει επανειλημμένα πως το “Be here now” ήταν μια κακή στιγμή για το συγκρότημα και τίποτα παραπάνω.

 

Μια και πέρσι κυκλοφόρησε μια πολυτελής τριπλή έκδοση του δίσκου, που περιέχει όλα τα b-sides των τριών singles, καθώς και τα πρώιμα demo των τραγουδιών (χώρια το πλούσιο φωτογραφικό υλικό, συνοδευόμενο από σχόλια), αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία αλλά και το περιεχόμενο ενός από τους πλέον αμφιλεγόμενους δίσκους της rock μουσικής.

 

 

1. Ιστορική αναδρομή

 

Περί τα τέλη του 1996 οι Oasis είχαν αγγίξει την κορυφή της δημοτικότητάς τους, τόσο στην πατρίδα τους, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Έχοντας δύο εμπορικότατους δίσκους στο ενεργητικό τους (“Definitely maybe” το 1994 και “(What’s the story) Morning glory” το 1995), καθώς και μια σειρά από επιτυχημένα singles, μεταξύ των οποίων το χιλιοακουσμένο “Wonderwall”, το συγκρότημα σφράγισε τις ημέρες της απόλυτης δόξης του με την ιστορική εμφάνιση στο φεστιβάλ του Knebworth στις 11 Αυγούστου 1996, ενώπιον 125.000 ανθρώπων. Μόλις η μπάντα βγήκε στη σκηνή, ο Noelαναφώνησε με στόμφο: “This is history!”

 

Υπό αυτούς τους όρους, μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί γιατί κοινό και κριτικοί περίμεναν με τόση αγωνία το “Be here now”, αν και η ανατομία της βρετανικής ψυχολογίας χρειάζεται επιπρόσθετα μια κάποια κοινωνική προσέγγιση. Κι αυτό γιατί οι Oasis δεν ήταν απλώς η πρώτη σπουδαία και συνάμα συναρπαστική rock μπάντα που εμφανίστηκε ύστερα από αρκετά χρόνια ξηρασίας (η τελευταία ελπίδα της Βρετανίας, οι Stone Roses, είχαν ελαφρώς απογοητεύσει με τον δεύτερο δίσκο τους το 1994, ακριβώς τη χρονιά που ξεπετάχτηκαν οι Oasis). Πολύ περισσότερο, οι πέντε νέοι από το Manchesterεκπροσωπούσαν την ασυμβίβαστη εργατική τάξη, που είχε σκοπό να ταρακουνήσει συθέμελα τη φλεγματική ευπρέπεια του βασιλείου εφόσον της δινόταν η ευκαιρία. Οι στίχοι του “Bringiton down” από το ντεμπούτο τους είναι χαρακτηριστικοί: “You’re the outcast, you’re the under class, / but you don’t care, coz you’re living fast”.

 

Με άλλα λόγια, το “Be here now” θα ερχόταν να επικυρώσει την παρουσία της θορυβώδους εργατιάς στη Βρετανία και ταυτόχρονα να διασφαλίσει τη μακροζωία της rockμουσικής μέχρι το τέλος των αιώνων. Όπως είπαμε, για κάποιο χρονικό διάστημα διαφαινόταν πως και οι δύο στόχοι θα επιτυγχάνονταν. Όταν όμως πέρασε ο «πυρετός του χρυσού» και τα χρόνια διαλύθηκαν σαν καπνός, έφτασε η ώρα του ψύχραιμου απολογισμού που κάθε άλλο παρά δικαίωνε το τελικό αποτέλεσμα. Οι κριτικοί έριξαν τους τόνους και είπαν ότι ο δίσκος ήταν περισσότερο βαβουριάρικος παρά ρωμαλέος, και το κυριότερο, δεν περιείχε αξιομνημόνευτες μελωδίες. Το πράγμα όμως έχει και συνέχεια.
Το 2006 το περιοδικό Qέριξε άπλετο φως στις ηχογραφήσεις του “Be here now”, φέρνοντας στο προσκήνιο την παράνοια που κυριαρχούσε στον κύκλο των Oasis. Με μια φράση, ο Noel Gallagher είχε ξεπεράσει τα επιτρεπτά επίπεδα έπαρσης, ασκώντας ψυχολογική και λεκτική βία σε όποιον άνθρωπο βρισκόταν γύρω του με σκοπό να ποδηγετήσει τις ηχογραφήσεις, που φυσικά τράβηξαν σε απίστευτο μάκρος. Η κατάσταση σίγουρα δεν γινόταν καλύτερη από τις άπειρες ποσότητες ναρκωτικών που κυκλοφορούσαν εντός και εκτός στούντιο. Το καθοριστικότερο όλων ήταν πως ο Noel επέμενε στα αμέτρητα κιθαριστικά overdubs, κάτι που οδήγησε σ’ ένα ηχητικό αποτέλεσμα απίστευτα μπουκωμένο και εκκωφαντικό, ικανό να δημιουργήσει τον χειρότερο πονοκέφαλο ακόμα και στον πιο υγιή άνθρωπο. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τη μεγαλομανία του συνθέτη, που πίστευε ότι η τύχη της Αγγλίας και η τιμή της κοινωνικής τάξης στην οποία κάποτε ανήκε (στο μεταξύ είχε γίνει δισεκατομμυριούχος) βρισκόταν στα χέρια του, τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί το “Be here now” διαρκεί κάτι παραπάνω από… 70 λεπτά!

 

Νιώθοντας σαν Υπεράνθρωπος, ο Noel αποδέχτηκε την ίδια περίοδο πρόσκληση του τότε Βρετανού πρωθυπουργού Tony Blair, που εκπροσωπούσε το ρεύμα του λεγόμενου “New Labour”. Για πολλούς, όπως ακριβώς ο Blair έσπαγε ουσιαστικά τα δεσμά με τον λαό και τις ανάγκες του, έτσι κι ο Noelπρόδιδε τις αξίες της εργατικής τάξης από την οποία προερχόταν, καθώς μετατρεπόταν αργά αλλά σταθερά στον απόλυτο μονάρχη του βρετανικού rock. Κάπως έτσι, η ασυμβίβαστη φωνή του ρεαλιστικού “Definitely maybe” (με στίχους όπως: “I need to be myself, I can’t be no-one else”) έπαιρνε τον μακρύ δρόμο της ανόδου που κατέληγε σταιλιγγιώδη ύψη του “Be here now”. Πρόκειτο για ένα σύμπαν μακριά από τον κόσμο τούτο, απ’ όπου οι θεοί δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να δουν τα πρόσωπα των θνητών.

 

Όταν ήρθε ο 21ος αιώνας, οι Oasisαναγκάστηκαν να βουτήξουν από τη βουνοκορφή του Ολύμπου, πέφτοντας με τα μούτρα στο υγρό χώμα της Αγγλίας. Τα ναρκωτικά σταμάτησαν να λειτουργούν και οι κριτικοί έπαψαν να τους θεωρούν ως τους δεύτερους Beatles. Ο πρώτος τους δίσκος για τη νέα χιλιετία, “Standing on the shoulder of giants” (2000) τους βρήκε αποδεκατισμένους, με τραγούδια των οποίων οι τίτλοι (“Where did all go wrong?”)και οι στίχοι (“You better get on your knees and pray, / Panic is on the way!”) μιλούσαν από μόνοι τους. Πιο ώριμοι απ’ ό,τι την περίοδο πριν το 1997, οι Oasis απλά σταμάτησαν να είναι συναρπαστικοί.

 

 

2. Η έκδοση του 2016

 

Ωραίος ο λόγος γύρω από τη μουσική, αλλά τι γίνεται με την ίδια τη μουσική; Ας δούμε τι έχει να προσφέρει η τριπλή έκδοση του “Be here now”.
Ο πρώτος δίσκος περιέχει το “Be here now” όπως κυκλοφόρησε το 1997, με την ίδια παραγωγή και μίξη. Πέρα από την ιστορία της ανόδου και της πτώσης των Oasis, θα ήταν λάθος να ρίξουμε το albumστα σκουπίδια. Οπωσδήποτε η διάρκειά του είναι παράλογα μεγάλη και η παραγωγή πολλές φορές απειλεί να κάψει τα ηχεία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει τον κόπο την ακρόαση. Αν μη τι άλλο, το υπερφίαλο όραμα του Noel έδωσε το πειραματικό “D’you know what I mean?” (μόνο ναρκομανής θα μπορούσε να σκεφτεί τον τίτλο), όπου ηλεκτρονικά αλά Chemical Brothers στοιχεία παντρεύονται υπέροχα με το rockκαι το punk. Στιχουργικές αναφορές στουςBeatles (“The fool on the hill and I feel fine”) δεναπουσιάζουν και το όλον λήγει με τόνους feedback που δημιουργούν την αίσθηση της αιώνιας επανάληψης. Εντυπωσιακό τουλάχιστον.

 

Το “My big mouth” που ακολουθεί δείχνει καθαρά τι πρέσβευαν οι Oasis του 1997: τον θόρυβο και την υπερβολή. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του τραγουδιού είναι η παράφραση ενός ποιήματος της Emily Dickinson στους στίχους. O Noel γράφει: “I ain't never spoke to God / And I ain't never been to heaven / But you assumed I knew the way / Even though the map was given”, που αντλεί σχεδόν σίγουρα από το “I never saw a moor”της Dickinson: “I never spoke with God, / Nor visited in heaven; / Yet certain am I of the spot / As if the chart were given”.

 

Παράκαμψη μερικών τραγουδιών και φτάνουμε στο “Fade in / out”, που εκτός από τις αναφορές στους Beatles (“Get on the Helter Skelter”) παρουσιάζει πρόσθετο ενδιαφέρον για τη συμμετοχή του Johnny Depp, που παίζει slide guitar. Υπενθυμίζεται ότι τα πρώτα demoτων τραγουδιών ο Noelτα είχε ηχογραφήσει στη νήσο Mystiqueτης Καραϊβικής, όπου παραθέριζε μαζί με τον Depp. Το “Fade in / out” αρχίζει χαλαρά, αλλά γρήγορα μετατρέπεται σε ακόμη έναν υπερηχητικό εφιάλτη, αν και η απόδοση του Deppείναι καλή και προσδίδει στο τραγούδι εκείνο το στοιχείο που αν έλειπε θα το καθιστούσε αδιάφορο.

 

Συνέχεια με τη μάλλον αδιάφορη μπαλάντα (η μόνη στον δίσκο!) “Don’t go away”, πουδίνειωστόσοτηθέσητηςστηντριπλέτα: “Be here now” / “All around the world” και “It’s getting’better (Man!!)”, που κατά τη γνώμη μου αποτελεί, μαζί με το “D’you know what I mean?” τον κύριο λόγο που αξίζει κανείς ν’ ακούσει τον δίσκο. Το μεν “Be here now” κινείται στην παράδοση του χορευτικού rockτης Brit Pop των mid-90s (παράβαλε το “Disco 2000” των Pulp ή το “Boys and girls” των Blur), αλλά με περισσότερο rock χαρακτήρα. Κι εδώ δεν λείπουν οι αναφορές στους Beatles (“Sing a song from me, / One from Let it be”).

 

Το “All around the world” παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς πρόκειται για ένα από τα παλιότερα τραγούδια των Oasis. Ο έτερος κιθαρίστας του σχήματος, Paul “Bonehead” Arthurs”, έχει πει πως ο Noel είχε προτείνει ήδη από το 1992, δηλαδή πριν καν υπογράψουν συμβόλαιο οι Oasis, ν’ αφήσουν το τραγούδι για τον τρίτο δίσκο, οπότε και θα διέθεταν τα χρήματα για να το ενορχηστρώσουν κατάλληλα. Το οποίο και έγινε! Αλίμονο όμως, η ματαιοδοξία των ηχογραφήσεων του 1996-7 προσέδωσε στο “All around the world” δέκα ολόκληρα λεπτά παραγεμισμένα με πνευστά και έγχορδα, μια γέφυρα που θυμίζει το “HeyJude” των Beatles κι ένα videoclipπου επιδεικνύει εύγλωττα τη ρήξη των Oasis με την πραγματικότητα, καθώς ένα κίτρινο υποβρύχιο (yellow submarine, κοινώς) τους ανεβάζει στα ουράνια, συντροφιά με τα θεϊκά χερουβίμ (αλήθεια λέω).

 

Ο επίλογος ανήκει στο οκτάλεπτο “It’s gettin’ better (Man!!)”, τον αρχετυπικό ναό του θορύβου που πάντως διαθέτει εκπληκτικό σόλο και εντυπωσιακή έξοδο. Όταν οι κιθάρες σωπαίνουν, ένα δίλεπτο ορχηστρικό ποστλούδιο που επαναλαμβάνει το κύριο θέμα του “All around the world” ρίχνει την αυλαία. Το CD σταματά και ο ακροατής έχει αφήσει πίσω του 71 λεπτά υπεροπτικού χάους. Όχι κι άσχημα.

 

Ο δεύτερος δίσκος περιλαμβάνει b-sides και κάποια μισοτελειωμένα κομμάτια, καθώς και ζωντανές ηχογραφήσεις. Τα μισοτελειωμένα κομμάτια είναι αυτό ακριβώς που λέει η λέξη, συνεπώς δεν θα μας απασχολήσουν, ούτε και οι ζωντανές ηχογραφήσεις. Τα b-sides όμως απαιτούν την προσοχή μας, αφού είναι γνωστό πως οι Oasis πολύ συχνά έβαζαν στη δεύτερη πλευρά των singles τραγούδια αριστουργήματα που άλλες μπάντες θα κρατούσαν ασυζητητί για a-sides. Η συλλογή “The master plan” (1998), αποτελείται αποκλειστικά από b-sidesκαι πιστοποιεί του λόγου το αληθές. Εντούτοις, το “Masterplan” δεν περιέχει παρά μόνον δύο τραγούδια της εποχής του “Be here now”, κάτι που δείχνει ότι ο Noel μάλλον ήθελε να πετάξει στο πηγάδι της λήθης ό,τι είχε σχέση με τον συγκεκριμένο δίσκο.

 

Όπως και να έχει, η γενική απουσία των b-sidesτου “Be here now” από το “Masterplan” δεν υποδηλώνει τη χαμηλή ποιότητά τους. Σίγουρα, τα “Stay young” και “Going now here” (αμφότερα στο “Masterplan”) καθηλώνουν, το πρώτο με την popαμεσότητά του, το δεύτερο με την πλούσια ενορχήστρωση και τον συναισθηματικό του πλούτο, αλλά στο ίδιο επίπεδο κινούνται και τα “The fame” και “Flashbax” (b-sides του “All around the world”), ενώ το “My sister lover” (b-side του “Stand by me”) πιστεύω ότι θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αντικαταστήσει το “I hope, I think, Inow” στο “Be here now”. Συνολικά, τα b-sides που ακούμε εδώδιακρίνονται από εκείνη ακριβώς την αμεσότητα που συχνά απουσιάζει απ’ τον φλύαρο και πομπώδη δίσκο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ακρόαση του δεύτερου δίσκου φαντάζει σαν την ανακάλυψη του άλλου, πιο γοητευτικού και προσιτού ενδεχομένως, προσώπου των Oasis κατά τη διετία 1996-7.
Ο τρίτος δίσκος παρουσιάζει τα πρώιμα demoτων τραγουδιών που προετοίμασε ο Noel στη νήσο Mystique της Καραϊβικής. Έχουν ενδιαφέρον περισσότερογια αρχειακούς και ιστορικούς λόγους. Προσωπικά δεν προβλέπω ν’ αφιερώσω παραπάνω από την ακρόαση που έχω ήδη κάνει σ’ αυτές τις ηχογραφήσεις. Αξίζει πάντως να σταθούμε στο “Angelchild”, που έμεινε για πάντα demo, αν και βρήκε μια θέση ως b-sideστο “D’you know what I mean?”. Κατά τη γνώμη μου, το “Angelchild” θα έπρεπε να είχε μπει στον δεύτερο δίσκο, για να μην πω ότι υπό κανονικές συνθήκες θα του άνηκε δικαιωματικά η θέση στο “Be here now”.

 

Κλείνω με ένα μικρό «πισωγύρισμα», γιατί επανέρχομαι στον δεύτερο δίσκο, που κλείνει με τη νέα μίξη του “D’you know what I mean?”, με τον εντός παρένθεσης υπότιτλο: “NG’s 2016 Rethink”. Εντός της συσκευασίας μαθαίνουμε ότι ο Noel είχε σκοπό να επαναμιξάρει όλο το “Be here now”, αλλά τελικά βαρέθηκε και το έκανε μόνο για το πρώτο τραγούδι. Η νέα μίξη που ακούμε έχει το καλό ότι καθαρίζει λίγο τη βαβούρα, αν και αυτή η βαβούρα ίσως αποτελούσε ευθύς εξαρχής την κρυφή, διεστραμμένη γοητεία του τραγουδιού. Πάντως το σόλο, θαμμένο αρχικά, όντως αναδεικνύεται με σωστό τρόπο. Στ’ αρνητικά η πριμοδότηση του βιολιού στα κουπλέ, που αφαιρεί τον rockχαρακτήρα και προσδίδει μια αλλοπρόσαλλη discoαισθητική, που δεν κολλάει καθόλου. Για να μην μακρηγορώ, προτιμώ χίλιες φορές την αυθεντική εκδοχή.

 

 

3. Το διά ταύτα

 

Επίλογοι δεν υπάρχουν στους τραγικούς μύθους. Η ελληνική μυθολογία μας λέει ότι όταν ο κραταιός Βελλερεφόντης γκρεμίστηκε απ’ το φτερωτό του άλογο, προσπαθώντας γεμάτος θρασύτητα και κομπορρημοσύνη να κατακτήσει τον Όλυμπο, η μοίρα του ήταν στο εξής να περιπλανιέται στη γη φτωχός και άσημος. Οι Oasis δεν είχαν την ίδια τύχη. Επιβίωσαν μέχρι το 2009 βγάζοντας καλή μουσική. Δεν κατέληξαν ούτε φτωχοί ούτε άσημοι, αν και αναγκάστηκαν να απαρνηθούν το φτερωτό άλογο που τους οδηγούσε στην κατοικία των θεών. Το γεγονός ότι επέζησαν, καθιστά το “Be here now” λιγότερο αξιοπερίεργο απ’ όσο θα μπορούσε να είναι. Για τους πολλούς κάτι τέτοιο αποτελεί ικανή αιτία για να προσπεράσουν. Για τους πραγματικούς μουσικόφιλους, όμως, σημαίνει ακόμη μια ακρόαση.

*

 

 

 

 

 

 Αποτέλεσμα εικόνας για "Be here now" των Oasis