NickDrak34556y47657

 

Από τον Γιάννη Πετρίδη

 

Γεννήθηκε 19 Ιουνίου 1948. Πέθανε 25 Νοεμβρίου 1974.

 

Η τύχη, ή αν θέλετε οι διάφορες συγκυρίες, ρυθμίζουν συχνά την πορεία της ζωής όλων των ανθρώπων, το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά τους καλλιτέχνες, παίζοντας αρκετές φορές καθοριστικό ρόλο στον χρόνο παραδοχής του ταλέντου τους.

 

Ειδικά στις διάφορες μορφές της τέχνης αυτό είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο και πολλές φορές στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και τη μουσική η αναγνώριση έρχεται με αρκετά χρόνια καθυστέρηση, συχνά μάλιστα μετά τον θάνατο του δημιουργού.

 

 

Είναι υπερβολικό βέβαια το να απαιτήσει κάποιος να αναγνωρίζεται άμεσα από κοινό και κριτικούς το ταλέντο κάποιου δημιουργού, όταν μάλιστα πολλές φορές αυτές οι δημιουργίες δεν έχουν καν την ευκαιρία να φτάσουν με οποιονδήποτε τρόπο σε κοινό και κριτικούς για να κριθούν.

 

Ατέλειωτος είναι ο κατάλογος με καλλιτέχνες που αναγνωρίζονται μετά θάνατον. Ειδικά στον χώρο της μουσικής, όταν ο θάνατός τους έρχεται σε νεαρή ηλικία, είναι η αιτία που προκαλεί το ενδιαφέρον για το έργο τους και οδηγεί στην ανακάλυψη της αξίας τους. Αυτό βέβαια όταν υπάρχει ταλέντο, γιατί διαφορετικά ο θάνατος από μόνος του δεν βοηθάει καθόλου, αντιθέτως στερεί από τον αποθανόντα καλλιτέχνη τη δυνατότητα να βελτιωθεί.

 

 

Ο Nick Drake ήταν ένας καλλιτέχνης που δεν πρόλαβε να απολαύσει τους καρπούς της αναγνώρισης του ταλέντου του. Γεννήθηκε στην πόλη Rangoon της Burma στις 19 Ιουνίου του 1948 και πέθανε στα 26 του χρόνια, στις 25 Νοεμβρίου του 1974, στην Αγγλία.

 

Πριν από τον θάνατό του είχε προλάβει να ηχογραφήσει τρία άλμπουμ, τα οποία είχαν περάσει σχεδόν απαρατήρητα. Κι όμως, ο τρόπος ερμηνείας του και το περιεχόμενο των στίχων του ήταν τόσο σημαντικά, ώστε να βάλει με καθυστερημένη αναγνώριση τη σφραγίδα του στη σύγχρονη βρετανική φολκ μουσική σκηνή. Αρκετοί, μάλιστα, συγκρίνουν την πορεία του στο τραγούδι με αυτήν του Van Morrison, ενώ άλλοι τον παρομοιάζουν με έναν άλλο τραγουδοποιό, τον Donovan, και μάλλον έχουν δίκιο, γιατί ο ακουστικός τρόπος ενορχήστρωσης των τραγουδιών του έχει αρκετά κοινά σημεία με αυτά των τραγουδιών του Donovan: δυνατές μελωδίες, ερμηνείες χωρίς ανάσα, που πλησιάζουν σε μια πιο σκοτεινή εκδοχή τον τρόπο ερμηνείας του Donovan, μελαγχολικούς στίχους, που αναζητούν απεγνωσμένα διέξοδο στον καθημερινό ανθρώπινο αγώνα επιβίωσης, έναν αγώνα που συχνά δεν δίνει σε όλους τις ίδιες ευκαιρίες να πετύχουν.

 

Από ειρωνεία της τύχης, ο Drake συμπεριελήφθη σε μια ομάδα τραγουδιστών των οποίων η δημοτικότητά άρχισε να αυξάνεται μετά τον θάνατό τους.

 

Ο ταλαντούχος συνθέτης και ερμηνευτής δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τις ζωντανές εμφανίσεις και τις απέφευγε επίμονα. Σε μία από τις ελάχιστες παρουσίες του στη σκηνή, στην περιοχή του Κέιμπριτζ, τον πρόσεξε ένα από τα μέλη του συγκροτήματος των Fairport Convention και ενημέρωσε τον παραγωγό τους Joe Boyd. Ο Boyd, που ήταν παράλληλα και ο παραγωγός των Incredible String Band και είχε προωθήσει τον John Martyn, εντυπωσιάστηκε και ζήτησε από τον Nick Drake να του δώσει μια ταινία με τραγούδια του. Το αποτέλεσμα ήταν υπογράψει συμβόλαιο για τρία άλμπουμ με την εταιρεία Island.

 

Το πρώτο άλμπουμ, το Five Leaves Left, κυκλοφόρησε το 1969 και ήταν η πρώτη καταγραφή της κατάθλιψης και της απελπισίας, που υπάρχουν έντονα και στα τρία άλμπουμ που ηχογράφησε όσο ζούσε και προφητικά, γιατί, σύμφωνα και με τον τίτλο του άλμπουμ, ο θανατός του θα έρθει πέντε χρόνια αργότερα. Στον πρώτο δίσκο, στον οποίο τον βοήθησε ο μπασίστας των Pentangle, Danny Thompson, ο Drake παρουσιάζει τραγούδια γραμμένα στο γνωστό μυστηριώδες ύφος, που κινούνται μέσα στα όρια της βρετανικής φολκ, αλλά συχνά ο τρόπος χρησιμοποίησης των εγχόρδων θύμιζε την εποχή του μπαρόκ.

 

Το δεύτερο άλμπουμ του, με τίτλο Bryter Later, κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα, το 1970, και συμμετέχουν σ' αυτό μέλη των Fairport Convention. Τα τραγούδια του είναι λίγο πιο ρυθμικά και υπάρχουν ίχνη από τζαζ ενορχηστρώσεις, ενώ αφήνει συχνά τα φωνητικά μέρη για να μας παρουσιάσει μικρές πανέμορφες ορχηστρικές μινιατούρες.

 

Τα δύο άλμπουμ δεν σημείωσαν ικανοποιητικές πωλήσεις, που δεν ξεπέρασαν τα 5.000 αντίτυπα, και ο Drake ξανάπεσε στον μοναχικό τρόπο ζωής και στην κατάθλιψη που συχνά τον κυρίευε και ουσιαστικά τον εμπόδιζε να δημιουργήσει καινούρια μουσική. Τελικά κατάφερε να ολοκληρώσει ένα ακόμα άλμπουμ, το Pink Moon, το οποίο κυκλοφόρησε το 1972 και ήταν ένα από τα ακουστικά άλμπουμ που εξέφραζαν την άσχημη ψυχολογία του εκείνη την περίοδο. Στη συνέχεια θα ηχογραφήσει μερικά σκόρπια τραγούδια, αλλά δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει κάποιο άλμπουμ μέχρι τον θάνατό του. Αυτά τα τραγούδια θα κυκλοφορήσουν ως μέρος της συλλογής με τον τίτλο Time Of Νο Reply.

 

Ο Nick Drake άσκησε σημαντική επιρροή στο έργο αρκετών μουσικών, όπως ο Robert Smith των Cure, ο οποίος αναφέρει μάλιστα ότι το όνομα του συγκροτήματος προήλθε από τους στίχους του τραγουδιού τού Drake «Time Has Told Me» (a trouble cure for trouble mind), ο Peter Buck των REM, η Lucinda Williams, ο Paul Weller και η Kate Bush, ενώ οι Dream Academy έγραψαν το Life In Α Northern Town προς τιμήν του.

 

Στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του θα επισκεφθεί συχνά διάφορες ψυχιατρικές κλινικές, όπου μερικές φορές παραμένει για νοσηλεία πάνω από δύο εβδομάδες. Στην ίδια περίοδο σπάνια θα κάνει ζωντανές εμφανίσεις, θα πάψει να ηχογραφεί, αλλά μάλλον είχε την επιθυμία να γράψει για άλλους. Λέγεται μάλιστα ότι είχε γράψει μερικά τραγούδια με τη Γαλλίδα τραγουδίστρια Francoise Hardy, αλλά αυτή, για δικούς της λόγους, ποτέ δεν τα κυκλοφόρησε. Ο θάνατός του προήλθε από υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών. Ακολούθησε έτσι τον δρόμο αρκετών ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα οι οποίοι έφυγαν αρκετά νέοι από αυτόν τον κόσμο.

 

Πριν από μερικούς μήνες ανακοινώθηκε ότι διάφοροι γνωστοί μουσικοί, όπως οι Dave Grohl των Foo Fighters, Eddie Vedder των Pearl Jam, Norah Jones και Jack Johnson, θα είναι ανάμεσα στα ονόματα που θα συμμετάσχουν στο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει ως φόρος τιμής στο σημαντικό έργο του.

 

Τέλος, άλλη μία άσχημη σύμπτωση είναι το ότι ο Αυστραλός ηθοποιός Heath Ledger είχε σχεδιάσει να γυρίσει κινηματογραφική ταινία με τη ζωή του Nick Drake, του οποίου ήταν φανατικός θαυμαστής της μουσικής του. Δυστυχώς όμως, σε ένα ακόμα άσχημο παιχνίδι της μοίρας, είχε την ίδια τύχη με αυτόν.