Υπήρχε τότε στην Πλάκα, στην οδό Θόλου, ένα μπαρ που λεγόταν Κουκουβάγια. Ήταν από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, που άνοιξε στην περιοχή. Μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του '60. Με τον Γιάννη Σπανό, που έμενε ακόμα στο Παρίσι, αλλά ερχόταν κάθε τόσο στην Αθήνα, το θεωρούσαμε απαραίτητο, πριν πούμε καληνύχτα, να περάσουμε για λίγο κι από από κει.

 

Η βραδιά ξεκινούσε τις περισσότερες φορές με φαγοπότι στα Πλακιώτικα σκαλάκια, στο Γέρο του Μωριά, με τον Παναγιωτάκη, το φιλόμουσο γκαρσόνι, να μάς σερβίρει το κρασί και τους μεζέδες. Μετά, στην Κουκουβάγια, μάς περίμεναν ο Μισέλ και η Δήμητρα Λεγκόφ. Το μπαράκι τους διέθετε και πιάνο. Άλλο που δεν ήθελε ο Γιάννης για να καθίσει και να παίξει.

 

Και θυμάμαι τώρα εκείνο το βράδυ του 1965, που ο Γιάννης άρχισε να χαϊδεύει πανευτυχής τα πλήκτρα, παρουσιάζοντας στους λιγοστούς θαμώνες το καινούριο μας τραγούδι. Δεν είχε βγει ακόμα ο δίσκος και τα λόγια μονάχα εμείς τα ξέραμε. Ήταν όμως εύκολη και γλυκιά η μελωδία και με δυο-τρεις επαναλήψεις γίναμε όλοι μια χορωδία άλφα-άλφα.

 

 

Τους στίχους τους είχα γράψει πάνω σε έτοιμη όπως συνήθως μουσική, που μού είχε δώσει σε μαγνητοταινία ο Γιάννης και μ'αυτό το τραγούδι, η Καίτη Χωματά θα γνώριζε μια ακόμη επιτυχία. «Κι αν σ'αγαπώ δεν σ'ορίζω» ο τίτλος του. Θα έχετε ακούσει την Καίτη μόνη της να το τραγουδάει πολλές φορές.

 

Τώρα θα την ακούσετε να το λέει και ντουέτο με την άλλη αγαπημένη Μούσα του Νέου Κύματος, την Πόπη Αστεριάδη.

 

Είναι απόσπασμα από παλιά εκπομπή της ET-2, αλλά δεν έχω περισσότερα στοιχεία. Ούτε το πότε, ούτε το πως. Αν πρόκειται, δηλαδή, για αφιέρωμα στον Γιάννη Σπανό ή γενικά στο Νέο Κύμα. Και το κακό είναι που δεν θυμούνται ούτε ο Γιάννης, ούτε η Πόπη που τους ρώτησα. Είχαμε κάνει μια τέτοια εκπομπή με την Σεμίνα Διγενή. Λέτε να είναι από κει;

 

 

Γιώργος Παπαστεφάνου