david bowie 75589

 

 

Εδώ και 30 χρόνια περίπου, ο David Bowie απασχολεί τον κόσμο της μουσικής.  Κανένας άλλος μουσικός δεν κατέχει το παιχνίδι ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι τόσο τέλεια όσο αυτός, κανένας άλλος δεν έζησε τόσες αναγεννήσεις.  Βρήκε επιτέλους τον εαυτό του το 1996;

 

- Σας αρέσει να φλερτάρετε;

 

David Bowie (ενοχλημένος): Αν μου αρέσει να φλερτάρω;  Πώς το εννοείτε αυτό;

 

- Ένα φλερτ είναι μια επιφανειακή και ωστόσο μια συνάντηση που εμπνέει.  Όταν κάποιος ακούει τα 27 άλμπουμ σας, σχηματίζει την εντύπωση πως μόνο φλερτάρετε, δίχως να διεισδύετε στα τόσο διαφορετικά είδη όπως το ροκ, η σόουλ, η τζαζ, η χορευτική ποπ, η ηλεκτρονική μουσική...

 

Bowie: Αν αυτός είναι ο ορισμός που δίνετε στο φλερτ, τότε η απάντησή μου είναι ένα ξεκάθαρο «όχι».  Έχω πολύ περισσότερο την τάση να δίνομαι στα πράγματα με όλη μου την καρδιά.  Όχι, δεν είμαι τύπος που “φλερτάρει”.

 

- Ας αφήσουμε κατά μέρος αυτή την απάντηση.  Το τελευταίο σας άλμπουμ “Outside” μου θυμίζει πολύ την αποκαλυπτική διάθεση της συντέλειας του κόσμου του “Diamond Dogs” σας, πριν από 22 χρόνια.  Ήταν αυτή η πρόθεσή σας;

 

Bowie: Δεν το βλέπω τόσο αρνητικά.  Πράγματι, το “Outside” δεν έχει εκρηκτικά στοιχεία.  Ο κύκλος όμως θα κλείσει τότε, όταν ο Brian Eno κι εγώ ολοκληρώσουμε τα άλλα άλμπουμ που σχεδιάζουμε γι αυτή τη σειρά.  Τότε θα φανεί ότι πρόκειται στην ουσία για ένα πολύ θετικό όραμα.  Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι μια ιδιαίτερα επεξηγηματική σειρά.  Σίγουρα θα υπάρξουν πολλά ερωτηματικά, αλλά δεν θα επιτρέψω να τελειώσει αρνητικά.

 

- Ερωτηματικά αιωρούνται στο σύνολο της δουλειάς σας, απαντήσεις δεν δώσατε ποτέ.  Ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείτε την τεχνική cut up για τους στίχους σας, η αρχή της σύμπτωσης τους βάζει στην τελική σειρά.  Οφείλεται αυτό στο ότι δεν έχετε να πείτε τίποτα ή απλά δεν θέλετε να αναλάβετε κάποιες ευθύνες;

 

Bowie (ελαφρά αγανακτισμένος):  Όχι, καθόλου.  Σκέφτομαι μάλλον πως όλοι οι καλλιτέχνες των οποίων τη δουλειά εκτιμώ, είναι άνθρωποι που δεν αισθάνονται άνετα με το απόλυτο.  Αυτή η ιδέα του να απαντάω στα ερωτηματικά και κατόπιν να επικυρώνω και να αποδεικνύω πράγματα που δεν είναι παρά μόνο κλισέ, δεν μου ταιριάζει.  Εξακολουθώ να θέτω το ερώτημα στον εαυτό μου: Υπάρχει θεός;

 

- Θα ήθελα κι εγώ να σας υποβάλλω αυτή την ερώτηση αργότερα.  Ποια σημασία έχει ο Chime Rinpoche για σας;

 

Bowie (ξυπνάει): A, ο Chime Rinpoche!  Λοιπόν, όταν ήμουν πολύ νέος, περίπου 18 ή 19 χρονών, διάβασα πολλά για τον βουδισμό και ασχολήθηκα με το θιβετικό Βιβλίο των Νεκρών.  Είχα ακούσει πως η λονδρέζικη βουδιστική κοινωνία βρισκόταν στην πλατεία Eccelstone και πήγα εκεί.  Το κτίριο ήταν εντελώς άδειο.  κατέβηκα κάτω στη βιβλιοθήκη κι εκεί καθόταν ένας Θιβετιανός μοναχός μπροστά σε μια γραφομηχανή και έγραφε.  Μου φάνηκε κάπως σουρεαλιστικό, αλλά τα βρήκαμε με το πρώτο.  Μόλις είχε δραπετεύσει από την Κίνα με 2000 πιστούς Θιβετιανούς.  Σίγουρα έχετε ακούσει αρκετές ιστορίες σχετικά με το θέμα.  Εν πάση περιπτώσει, είχε έρθει στο Λονδίνο με 50 ή 60 μαθητές του και μόλις είχε βρει δουλειά στο Βρετανικό μουσείο, σαν μεταφραστής θιβετικών κειμένων.  Για το σύντομο χρονικό διάστημα που ασχολήθηκα σοβαρά με τον βουδισμό, έγινε ο δάσκαλός μου, και όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθούμε να έχουμε μια χαλαρή επαφή.  Έχω την αίσθηση πως κάποτε θα έρθει ο καιρός που θα βάλω τον βουδισμό περισσότερο στη ζωή μου.  Προς το παρόν είμαι ένας αποτυχημένος βουδιστής.  Υπάρχουν στη ζωή του καθενός συναντήσεις με ανθρώπους που είναι καθοριστικές, και για μένα μια από αυτές ήταν με τον Chime Rinpoche.

 

 - Ένας άλλος σημαντικός άνθρωπος στη ζωή σας είναι ο Brian Eno.  Το “Outside” είναι μετά το Low, το “Heroes” και το Lodger, που δημιουργήσατε στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 70, η τέταρτη συνεργασία σας με τον Eno.  Οι καλλιτεχνικές αντιθέσεις μεταξύ σας είναι καταφανείς: ο ένας διανοούμενος λεπτολόγος, ο άλλος ένας επιδειξιμανής σταρ.  Ποια είναι τα κοινά σας στοιχεία;

 

Bowie: Νομίζω πως και οι δύο μισούμε το mainstream (γέλια).

 

- Ο Eno όμως δεν έκανε ποτέ έναν τόσο εμπορικό δίσκο όπως εσείς με το “Let’s Dance”.

 

Bowie: Όντως, δεν έκανε.  Ούτε κι εγώ όμως συνεργάστηκα με τον Pavarotti.

 

- Ένα - μηδέν για σας.

 

Bowie: Εντάξει, ας σοβαρευτούμε πάλι.  Νομίζω πως και τους δυο μας, μας προσελκύουν οι ίδιες εξωτερικές (“outside”) επιρροές.  Το “outside” αποτέλεσε τα τελευταία δύο χρόνια ένα σημαντικό μέρος του λεξιλογίου μας.  Προτιμάμε να κινούμαστε στο χείλος των πραγμάτων, στα μικρά τμήματα και κομματάκια, που δεν βρίσκουν καμιά εφαρμογή στο τυραννικό κέντρο.

 

- Πως αντιλαμβάνεστε το “τυραννικό κέντρο”;

 

Bowie: Ως το mainstream, την καταστροφή της επιτυχίας.

 

- Αυτό με φέρνει στην επόμενη ερώτηση.  Ένας μεγάλος καλλιτέχνης θα έπρεπε να ξέρει πότε πρέπει να αποχωρήσει...

 

Bowie (διακόπτει δυναμικά): Να αποχωρήσει από πού;

 

- Από αυτό που κάνει...

 

Bowie: Αυτό θα έπρεπε να το είχε πει κάποτε κάποιος Pavlov. (γέλια) Νομίζω πως όσο κάποιος αισθάνεται την επιθυμία να εξηγήσει τον κόσμο στον οποίο κινείται, όσο βρίσκεται στην αναζήτηση, σε μία αναζήτηση που δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάποιο νόημα παρά μόνο να δίνει μια αίσθηση του γιατί περνάμε αυτή τη φάση της μετάβασης που ονομάζεται ζωή, όσο κάνει παρατηρήσεις που μπορεί να δίνουν ερεθίσματα σε άλλους, ανεξάρτητα από την ποσότητά τους, όσο μάχεται ενάντια στην αλαζονεία και την μετριότητα, θα πρέπει να συνεχίζει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα.

 

- Δεν σκέφτεστε πως για τα τέσσερα άλμπουμ που κάνατε μετά το “Let’s Dance”...

 

Bowie (συνοφρυώνεται): Τέσσερα;  Έξι ήταν.

 

- Ξέρετε την απάντηση ενώ ακόμη δεν ξέρετε την ερώτηση.

 

Bowie: Ω, ναι... σωστά.  Sorry.

 

- Θέλω να επανέλθω στον ισχυρισμό πως ένας καλλιτέχνης θα έπρεπε να ξέρει πότε πρέπει να αποχωρήσει.  Όταν τα δύο άλμπουμ μετά το “Let’s Dance” και αυτά των Tin Machine, όπου θέλατε να είσαστε ένα ισοδύναμο μέλος ενός συγκροτήματος και όχι ο μοναδικός υπεύθυνος, πράγματι αναγκαία;  Σε σύγκριση με τις προηγούμενες δουλειές σας ακούγονται και τα τέσσερα δίχως ιδέες, βαρετά και περιττά.

 

Bowie (ελαφρώς θυμωμένος): Θέλω να κάνω μια διάκριση ανάμεσα στους Tin Machine και τα προσωπικά μου άλμπουμ “Tonight” και “Never Let Me Down”.  Πάντα ήμουν μεγάλος θαυμαστής των Tin Machine.

 

- Τουλάχιστον ένας θαυμαστής αυτής της μπάντας...

 

Bowie: Ναι, ναι, ξέρω, κάπου υπάρχει ένας θαυμαστής και να ´μια εδώ αυτοπροσώπως! (γελά εγκάρδια)  Αλλά μου άρεσαν πραγματικά.  Θεωρώ πως οι Tin Machine ήταν εξαιρετική μπάντα.  Για τα άλλα δυο άλμπουμ πρέπει όμως να συμφωνήσω.  Στο “Let’s Dance” υπήρχαν κάποια σημεία που ήταν καλά, αλλά τα “Tonight” και “Never Let Me Down” ήταν απλά φρικτά.  Από την άλλη... μετά τους Tin Machine έκανα δύο άλμπουμ που μου αρέσουν πολύ.  Βρίσκω πολύ καλό το “Black Tie, White Noise” και ακόμη το “Buddha Of Suburbia”, το soundtrack μιας εγγλέζικης τηλεοπτικής σειράς, ήταν για μένα ένα σημαντικό, δυστυχώς εντελώς υποτιμημένο, άλμπουμ.  Εκεί έσπειρα κατά κάποιο τρόπο το σπόρο του “Outside” (σκέφτεται για μια στιγμή).  Δεν ξέρω αν είναι σωστό να μεταχειρίζομαι το ένα άλμπουμ κατά του άλλου.  Απλά, έτσι συνέβη.  Μερικές φορές δεν βρίσκεσαι σε ιδιαίτερη επαφή με την ίδια σου τη δουλειά.  Αλλά έχετε δίκιο, εκείνα τα δύο άλμπουμ ήταν τα πιο αδύναμα ολόκληρης της καριέρας μου.

 

- Υπήρχαν λόγοι γι´ αυτό;  Μήπως δεν τα είχατε βρει με τον εαυτό σας εκείνη την εποχή;

 

Bowie: Όχι, όχι ιδιαίτερα.  Απλά δεν ήμουν πια συνεπαρμένος από την ιδέα της δημόσιας αποδοχής.  Έβλεπα τη δουλειά μου ιδιαίτερα αντιφατικά.  Ένιωθα σχεδόν υποχρεωμένος να παράγω άλμπουμ.  Και κατά κάποιο τρόπο είχε να κάνει με την ίδια μου την τεμπελιά.  Η τεμπελιά και Η αντιφατικότητα είναι κακός συνδυασμός.

 

- Σίγουρα έχετε δίκιο.  Ας στραφούμε σε κάτι πιο εποικοδομητικό.  Μια και είμαι από το Βερολίνο, με ενδιαφέρει η βερολινέζικη εποχή σας.  Ήρθατε εδώ το 1976 γιατί θέλατε να ξεκόψετε από τα ναρκωτικά και τη μαύρη μαγεία που είχατε μπλεχτεί στο Los Angeles.  Γιατί διαλέξατε ειδικά το Βερολίνο ως καινούριο τόπο διαμονής;

 

Bowie: Όταν ήμουν ακόμη πολύ νέος και δεν μπορούσα να αποφασίσω αν ήθελα να γίνω ζωγράφος ή μουσικός, ήμουν πολύ ενθουσιασμένος με τους εξπρεσιονιστές.  Νομίζω πως όταν είσαι απελπισμένος ψάχνεις για κάποιο μέρος με το οποίο έχεις κάτι κοινό, ή που ελπίζεις πως οι άνθρωποι εκεί θα μπορούσαν να σε καταλάβουν.  Ψάχνεις για μια καινούρια πατρίδα.  Νόμιζα πως ίσως θα μπορούσα να βρω τον Schmidt-Rottluf... ή, αν όχι αυτόν, ίσως τον Erich Heckel ή τον Kirchner.

 

- Βρήκατε τουλάχιστον το πνεύμα τους;

 

Bowie (γέλια): Για να πω την αλήθεια, όχι, αλλά βρήκα μερικά από τα έργα τους.  Υπήρχε ένας τύπος... έμενε κάπου στην Kurfuerstendamm και είχε ένα ξενοδοχείο.  Πώς τον λέγανε;  (σκέφτεται για μερικά δευτερόλεπτα.)  Ναι, Arthur τον λέγανε!  Έμενε εκεί μια ζωή και με τάιζε με ανέκδοτα και ιστορίες για το Βερολίνο των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του ´20.  Ανάμεσα στους ενοίκους του ήταν πολλοί καλλιτέχνες και μποέμ τύποι.  Εκτός αυτού είχε μια ανεξάντλητη πηγή τροφοδοσίας από την Ανατολή.  Διάφορος κόσμος τον προμήθευε με πίνακες κι ερχόταν και έλεγε (μιμείται τη φωνή του): “Ε, David, αυτό εδώ θα το λατρέψεις!”.  Ύστερα άνοιγε ένα μικρό portfolio κι έβγαζε όλους εκείνους τους υπέροχους Heckel και Emil Nolde.

 

- Αποκτήσατε κάποιους απ´ αυτούς;

 

Bowie: Ένα κάρο!  Τους καλύτερους τους έχω ακόμη.  Γι´ αυτό λοιπόν ήρθα στο Βερολίνο.  Πήγαινα συχνά            μουσείο “Bruecke”, στο Dahlem, και καθόμουν όλη τη μέρα.  Πού αλλού πήγαινα;  Α, ναι, καθόμουν στις ταράτσες των καφέ στη Wannsee, έτρωγα συκωτάκια πουλιών, έπινα μπύρα και χάζευα τη λίμνη (γέλια).  και ύστερα έθετα πάλι την ερώτηση αν υπάρχει θεός.

 

- Προφανώς δεν βρήκατε ακόμη απάντηση, γι´ αυτό πρέπει πάλι να στραφούμε σε κάτι πιο εγκόσμιο.  Οι Nirvana διασκεύασαν το τραγούδι σας “The Man Who Sold The World”, o Brett Anderson των Suede είναι μεγάλος θαυμαστής σας και ακόμη μια σειρά άλλων συγκροτημάτων όπως οι Smashing Pumpkins εμπνέονται από τη δουλειά σας.  Έχετε καμιά σχέση με αυτά τα ονόματα;

 

Bowie: Μμμ... με όσους απ´ αυτούς συναντήθηκα τα πήγαμε πολύ καλά.  Δείχνουν να προέρχονται όλοι από την ίδια ρίζα και να είναι επηρεασμένοι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ´70, από μένα, από τους New York Dolls, τους Roxy Music, ακόμη και από τους Kraftwerk.  Το πάθος που βρίσκω σ´ αυτά τα καινούρια γκρουπ είναι πολύ ωφέλιμο, πολύ υγιεινό, όπως ακριβώς και το γεγονός ότι βρίσκονται σε αναζήτηση κάποιου πράγματος.  Δεν είναι πάνω απ´ όλα καριερίστες.  Δείχνουν να μεθάνε με τη δουλειά τους και όχι με το status που θα κερδίσουν απ´ αυτή.  Αυτό είναι πάντα το πιο αξιαγάπητο που μπορείς να πεις όταν γνωρίζεις έναν καινούριο καλλιτέχνη.  Το μόνο που προκαλεί ανησυχία είναι το πώς θα επιδράσει η επιτυχία στην προσωπική τους ζωή.

 

- Το μόνο που χρειάζεται γι´ αυτό είναι να ρωτήσετε τον εαυτό σας.

 

Bowie: Εγκαταλείπεις τόσα πολλά (παίρνει έναν ειρωνικό τόνο) όταν θέλεις να είσαι σημαντικός ως πολιτιστική επιρροή.  Νομίζω πως παραδίδεις όλη σου τη νεότητα σε κάτι άλλο.  Υπήρξα αλήθεια ποτέ 30;  Δεν μπορώ να θυμηθώ.  Θυμάμαι μόνο τη δουλειά που πρόσφερα.

 

- Μια δουλειά που προσφέρετε σχεδόν 30 χρόνια.  Το πρώτο σας άλμπουμ “Love You Till Tuesday” (επανακυκλοφόρησε το 1984 με τίτλο ”David Bowie”) πρωτοβγήκε το 1967.  Αναρωτιέμαι πώς ονομάζεται το λάδι που λαδώνει τη μηχανή της δημιουργικότητάς σας.

 

Bowie: Άλλοι καλλιτέχνες, υποθέτω.  Δεν βρίσκω καμιά ιδιαίτερη ουσία στη ζωή, αλλά θέτω αυτές τις συναρπαστικές ερωτήσεις.  Αυτό που μου δίνει ερεθίσματα είναι βιβλία σχετικά με άλλους καλλιτέχνες ή από αυτούς που δουλεύουν σε παρόμοια πεδία μ´ εμένα.  Με εμπνέουν, με επιβεβαιώνουν ότι οι ερωτήσεις μου δεν είναι τόσο ασυνήθιστες, γιατί κι αυτοί θέτουν τις ίδιες.  Ξέρω πως κανένας από εμάς δεν πλησίασε καν σε κάποιο συμπέρασμα (σκέφτεται για λίγο).  Αν δεν εμπνεόμουν από τη δουλειά μου, θα ήταν κάτι άλλο...  τένις, κηπουρική, ένας θεός ξέρει τι.  Είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να υποκύπτει σε μια σειρά ηλίθιων συνηθειών και να περιμένουν την ώρα για να απέλθουν.  Διαφορετικά θα μπορούσα να φύγω αμέσως και ν´ αγοράσω ένα κομμάτι γης για την τελευταία μου κατοικία (σκέφτεται πάλι).  Αναρωτιέμαι αν θα πεθάνω ήσυχος.  Ξέρετε πως ελάχιστοι μόνο πεθαίνουν ήσυχοι;

 

- Τότε πρέπει να ασχοληθείτε πιο εντατικά με τον βουδισμό.  Έτσι θα είχατε καλύτερες πιθανότητες για έναν ήσυχο, συνειδητό θάνατο.

 

Bowie: Ναι... ναι, έχετε δίκιο.  Θα ´πρεπε.  Πρέπει!

 

- Δεν αποκτήσατε φήμη μόνο ως μουσικός.  Στα τέλη της δεκαετίας του 70 δοκιμαστήκατε σαν εξπρεσιονιστής ζωγράφος, σήμερα κάνετε τέχνη με κομπιούτερ όπως βλέπουμε στο εξώφυλλο του “Outside”, και παίξατε σε δώδεκα ταινίες σαν ηθοποιός.  Σε λίγο καιρό θα σας δούμε πάλι στην οθόνη, στο ρόλο του Andy Warhol, στην ομώνυμη (Σ.τ.Μ. ο τίτλος της μέχρι στιγμής είναι “Basquiat”) ταινία του Julian Schnabel.  Έχετε περαιτέρω σχέδια προς αυτή την κατεύθυνση;

 

Bowie: Δεν έχω αποφασίσει ακόμη, αλλά σκέφτομαι την κινηματογράφηση του “Caretaker” του Harold Pinter.

 

- Αυτή είναι η τελευταία ερώτηση, η υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεών σας μας πιέζει, δυστυχώς.  Είναι ένα τσιτάτο από το “Rolling Stone” (1976): “Ο David Bowie είναι ζωντανός και υγιής και ζει μόνο στη θεωρία”.  Πού ζει ο David Bowie λοιπόν σήμερα;

 

Bowie: Μμμ... πιθανόν ακόμη κάπου στη θεωρία.

 

- Καθόλου παράξενο, αφού ο David Bowie είναι μια εφεύρεση κάποιου ντροπαλού νέου ονόματι David Robert Jones.

 

Bowie: Έχετε απόλυτο δίκιο.  Αλλά μήπως όλοι μας δεν παίζουμε κατά κάποιο τρόπο το ρολάκο μας; (σοβαρεύει πάλι)  Νομίζω πως δεν είμαι σε ιδιαίτερη επαφή με το φυσικό εαυτό μου.  Βλέπω το σώμα μου να γερνάει, να γίνεται ολοένα και περισσότερο μια πηγή εξόργισης για μένα.

 

- Όπως και να ´χει, σήμερα δείχνετε νεότερος από ό,τι πριν πέντε χρόνια.

 

Bowie: Αλήθεια;  Ευχαριστώ πολύ.  Ίσως έχει να κάνει με την ψυχολογία του γάμου.  Τα τελευταία δυο - τρία χρόνια ήμουν πράγματι πολύ, πολύ ευτυχισμένος.  Σήμερα νιώθω πολύ πιο ζωντανός από ό,τι κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μέρους της ζωής μου, πριν γνωρίσω τη γυναίκα μου, αλλά... (σκέφτεται για λίγο)... δεν έχω καμιά ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο... μμμ ... δεν λαμβάνω σχεδόν καθόλου μέρος σ´ αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, τουλάχιστον όχι με έναν εγκόσμιο, υγιεινό τρόπο.  Νομίζω πως η αίσθηση της ευτυχίας μου τροφοδοτείται κατά κύριο λόγο από πνευματικά πράγματα.  Τα φυσικά πράγματα δεν παίζουν μεγάλο ρόλο.  Δεν μ´ ενδιαφέρει ιδιαίτερα το φαγητό, ούτε τα γρήγορα αυτοκίνητα...

 

- Προσέχετε τουλάχιστον το σώμα σας;  Το διατηρείτε σε φόρμα;

 

Bowie: Φαίνεται να αυτοπροσέχεται! (γέλια).  Προφανώς έχω ένα εξαιρετικό μέικ απ εκ γενετής.  Δεν χαλάει πρόωρα.  Σχεδόν ποτέ δεν αρρωσταίνω... μ´ αυτό το σκάφος είχα μεγάλη τύχη, με μεταφέρει υπεύθυνα από πόλη σε πόλη.  Όχι, σοβαρά, ένα καλό βιβλίο μπορεί να ανεβάσει τη διάθεσή μου στα ύψη, και η αίσθηση από αυτό το βιβλίο μπορεί να διαρκέσει πολύ, μπορεί να με συγκινήσει, να με αγγίξει.  Μόλις πρόσφατα διάβασα ένα τέτοιο υπέροχο βιβλίο, ένα πολύ παλιό βιβλίο.  Είναι κάποιου Βρετανού συγγραφέα, του Julian Barnes, και λέγεται “Staring At The Sun”.  Ένα άλλο από τα βιβλία του είναι το “Flaubert’s Parrot”, που εκτιμώ εξίσου πολύ, όπως επίσης και τα ίδια τα έργα του Flaubert.  O Barnes παίζει με την ειρωνεία της ζωής, τραβά τον αναγνώστη διαρκώς απ´ τη μύτη, τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά απ´ ό,τι είναι στην πραγματικότητα... αλλά μήπως τι είναι η πραγματικότητα;

 

- Ας κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη με μια παροιμία που μου φαίνεται πως ταιριάζει πολύ σ´ αυτό το σημείο.  “Οι αληθινές περιπέτειες είναι στο μυαλό, κι αν δεν είναι εκεί, τότε δεν είναι πουθενά”.  συμφωνείτε;

 

Bowie: Ναι... μμμ... εν μέρει, μόνο εν μέρει... μισή αλήθεια, μισή όχι.  Όπως όλα στη ζωή.

 

μετάφραση: Βασίλης Κοντόπουλος

“ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ”, Σεπτ. - Δεκ. 1996, Νο. 88