Front Cover copy dragonfly

 

The Story Behind a Brilliant Album Without a Band

 

Κυκλοφορώντας τον Οκτώβριο του 1968, το άλμπουμ Dragonfly είναι ένα από τα αδιαφιλονίκητα μεγάλα ψυχεδελικά hard rock άλμπουμ. Αλλά η ατυχία να εμφανιστεί ανώνυμα σε μία μικρή εταιρεία μετά την διάλυση της μπάντας, το καταδίκασε σε δεκαετίες λησμονιάς. Σήμερα ωστόσο, θεωρείται ευρέως ισοδύναμο των καλυτέρων ομοίων του, από μεγάλες δισκογραφικές. Την ιστορία τους αφηγείται ο Randy Russ, κιθαρίστας του γκρουπ που έπαιξε στο Dragonfly. Τα τρακς του πολύ ιδιαίτερου δίσκου βρίσκονται ανάμεσα στην ιστορία που ακολουθεί.

 

Blue Monday (1968)

 

 

O William Randolph Russ III γεννήθηκε στην Florida τον Αύγουστο του 1946, αλλά μεγάλωσε στο El Paso του Texas. Ο πατέρας του τραγουδούσε C&W και τον δίδαξε τα βασικά για την κιθάρα κατά την εφηβεία του. Δυσλεκτικός από παιδάκι, ποτέ δεν προοριζόταν να μάθει το όργανο σαν μία πράξη ρουτίνας.

 

"Δεν θα μπορούσα να αντιγράψω από 45άρι ή LP", εξηγεί. "Κατέστρεψα τόσους πολλούς δίσκους προσπαθώντας να αντιληφθώ τι λένε παίζοντάς τους ξανά και ξανά, αλλά δεν μπορούσα. Και είχα ανθρώπους να κάθονται μπροστά μου προσπαθώντας να μου διδάξουν πράγματα και απλά δεν μπορούσα να καταλάβω. Μετά θα ξυπνούσα κάποια μέρα και θα τό'χα ή θα ήμουν πολύ κοντά στο να το έχω. Και ακόμα είμαι έτσι. Παίζω από συναίσθημα; Πρέπει να το αισθανθώ κάτι πριν μπορέσω να το παίξω".

 

Η πρώτη μπάντα του Randy ήταν οι Emeralds, οι οποίοι έπαιξαν μόλις μία συναυλία το 1963. Από εκεί μαζί με τους φίλους του σχημάτισαν τους Instigators, παίζοντας όπου μπορούσαν, όπως επίσης παρακολουθούσαν στενά άλλους μουσικούς.

 

"Η μεγαλύτερη επιρροή μου ήταν ο Long John Hunter", ανακαλεί. "Έπαιξε για χρόνια σε ένα κλαμπ που λεγόταν Lobby. Θα το έσκαγα με το αυτοκίνητο των γονιών μου μία βραδιά, θα πήγαινα να τον έβλεπα και θα επέστρεφα για να προσπαθήσω να επαναλάβω αυτά που είδα να κάνει, προσπαθώντας να μην ακουστώ από τους γονείς μου".

 

I Feel It (1968)

 

 

Η ολάνθιστη rock σκηνή έπαιξε επίσης το ρόλο της στο να διαμορφώσει το παίξιμο του Randy.

 

"Τα αγαπημένα μου τραγούδια μεγαλώνοντας ήταν το "Walk Don't Run" των Ventures, το "Misirlou" του Dick Dale, το "You Really Got Me" των Kinks, το "I'm A Man" των Yardbirds, το "Honky Tonk" του Bill Doggett, το "2125 S. Michigan Ave" των Rolling Stones, το "She's Not There" των Zombies και πολλά ακόμα που δεν θυμάμαι τώρα. Θα έλεγα ότι ο Jeff Beck ήταν η επόμενη μεγάλη επιρροή. Μία φορά είδα τους Yardbirds να παίζουν στο New Mexico. Δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότεροι από 300 άνθρωποι εκεί και ήταν αλήθεια πολύ καλοί. Αφού είδα τον Beck, απλά ήθελα να σταματήσω να παίζω. Δεν υπήρχε τρόπος να φτάσω στο επίπεδό του. Και όταν άκουσα τον Clapton και τον Hendrix για πρώτη φορά, για ακόμα μία φορά ήθελα να σταματήσω, επειδή γνώριζα ότι δεν ήμουν τόσο ταλαντούχος όσο ήταν αυτοί. Όλη η μπάντα πήγε να δει τα αποχαιρετιστήρια κονσέρτα των Cream στο Forum στο L.A., με support μπάντα τους Deep Purple. Ο Clapton ήταν απίστευτος και ο Richie Blackmore δεν ήταν επίσης χάλια! Αλλά προσπάθησα να διατηρήσω ένα δικό μου στυλ. Είχα μία μεγάλη δυσκολία στο να μαθαίνω και είμαι δυσλεκτικός, έτσι είναι αδύνατον για μένα να αντιγράφω ανθρώπους επειδή δεν μπορώ-και πιστέψτε με-το έχω προσπαθήσει".

 

Hootchie Kootchie Man (1968)

 

 

Όταν οι Instigators διαλύθηκαν, ο Randy σχημάτισε τους Infants of Soul-αλλά την ημέρα εργαζόταν σε κατάστημα υποδημάτων για να μπορεί να ζει την γυναίκα και το παιδί του.

 

"Μισούσα αυτή τη δουλειά. Δεν υπήρχε τηλέφωνο στο κατάστημα, αλλά ένα απόγευμα προς τα τέλη του 1966 ένας υπάλληλος από ένα άλλο κατάστημα ήρθε να μου πεί ότι είχα ένα τηλεφώνημα στο δικό τους κατάστημα. Ήταν ο μπασίστας Jack Duncan και ο ντράμερ Barry Davis, τον οποίο ο Randy γνώριζε από το κύκλωμα στο Τέξας, όταν ήταν σε μία μπάντα που λεγόταν Pawns (στενά συνδεδεμένη με τον Bobby Fuller). Καλούσαν από το Κολοράντο, όπου έπαιζαν σε μία μπάντα που λεγόταν Lords of London, με τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Gerry Jimerfield και τον παίκτη των keyboards Ernie McElwaine".
Τον ήθελαν να πάει μαζί τους και δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν δεύτερη φορά.

 

"Ήταν τετράδα. Δεν είχα ακόμη σκεφτεί να παίξω στα σοβαρά, αλλά αυτοί ήταν ήδη μέσα με αυτόν τον Jimerfield, για τον οποίο δεν είχα καν ακούσει ποτέ τίποτα. Ήταν ένας σπουδαίος τύπος με χιούμορ, σαν και μένα. Ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερος και είχε υπηρετήσει στην αεροπορία, έτσι δεν είχε μπροστά του θητεία. Ήταν ψηλός και αδύνατος, με ένα μικρό μουστάκι και πεταχτά δόντια. Δεν ήταν αυτό που θα αποκαλούσες όμορφος, αλλά τα κορίτσια τον αγάπησαν όπου κι πήγαμε".

 

O Randy έφυγε για το Durango, το οποίο περιγράφει ως μία όμορφη πόλη τοποθετημένη μέσα στα καλυμμένα από έλατα βουνά, όπου η μπάντα έζησε και έκανε πρόβες σε ένα ξενοδοχείο που είχαν οι γονείς του Jimerfield.

 

Enjoy Yourself (1968)

 

 

"Ο Gerry ήταν αλήθεια πολύ υπομονετικός μαζί μου, καθώς δεν ήμουν καλός παίκτης στο να κρατάω το ρυθμό. Ήμουν καλός στην lead guitar, αλλά χρειαζόμουν βοήθεια σε άλλα σημεία".
Ήταν ένα φοβερό μέρος για μιά μπάντα να βρίσκεται, αν και θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο.

 

"Μία φορά ο Jimerfield πήγε στα βουνά με ένα φίλο με μοτοσυκλέτα. Δεν μπορούσε να δεί χωρίς γυαλιά, έτσι είχε τα γυαλιά του. Όμως χάθηκαν. Κατά τις 5 ή 6 ώρα αρχίσαμε να ανησυχούμε. Έπρεπε να περάσουν την νύχτα εκεί. Για καλή τους τύχη έπεσαν πάνω σε έναν Ινδιάνο βοσκό, ο οποίος τους έδωσε τροφή και τους κράτησε μέσα στο κατάλυμά του ζεστούς. Την επομένη, ομάδα διάσωσης τους κατέβασε κάτω. Ανόητοι!"
Πάνω από δύο μήνες πρόβες ήταν αρκετό για να βρούν τον ήχο τους.

 

"Όταν ξεκινήσαμε κάναμε soul και blues, μουσική που μας άρεσε και ήταν χορευτική. Καθώς περνούσε ο καιρός, ακούγοντας Who, Vanilla Fudge, Cream και Hendrix, υπήρχε ένα είδος progression στην μουσική μας που δεν επιδιώξαμε, απλά συνέβηκε. Δεν αντιγράφαμε. Παίρναμε ό,τι μας άρεσε και το κάναμε δικό μας".
Στα μέσα του 1967, η μπάντα ήταν έτοιμη να ψάξει για δουλειά.

 

"Αρχίσαμε να παίζουμε συναυλίες και ολοένα και περισσότερες" λέει ο Randy.

 

Με την τοπική τους φήμη να μεγαλώνει, το επόμενο βήμα ήταν να βρούν ένα συμβόλαιο.

 

"Ακούσαμε ότι μία εταιρεία στην Καλιφόρνια έψαχνε για μία μπάντα, έτσι παίξαμε ακόμα κάποιες συναυλίες, εξοικονομήσαμε χρήματα και φύγαμε για το Λος Άντζελες. Μέχρι τότε ένα γκρουπ από τον Καναδά είχε ένα χιτ χρησιμοποιώντας το όνομα Lords of London, έτσι έπρεπε να αλλάξουμε το δικό μας σε The Jimerfield Legend, που αργότερα συντομεύσαμε σε The Legend".

 

Χωρίς να προκαλέσει έκπληξη, η εταιρεία που έψαχνε, έγινε πολύ καλό όνειρο για να είναι αληθινό. "Μάζευαν ξεχωριστές μπάντες για να σχηματίσουν το δικό τους γκρουπ. Ήθελαν τον ντράμερ μας και αυτός τους είπε να πάνε να πηδηχτούν. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ο Gerry είπε ότι γνώριζε εκείνους τους δύο τύπους από την Νέα Υόρκη, τον Tony Sepe και τον Marty Brooks, από το προηγούμενο γκρουπ που έπαιζε. Πήγαμε και τους μιλήσαμε και υπογράψαμε ένα συμβόλαιο για να μας μανατζάρουν. Ο Marty μπορούσε να μιλάει τόσο γρήγορα που δεν καταλάβαινες τι έλεγε. Αυτό που δεν ξέραμε ήταν ότι ήταν αποβράσματα που εξαπατούσαν καλλιτέχνες".

 

Ο Sepe και ο Brooks είχαν πρόσφατα παρατήσει ένα αποτυχημένο πελάτη που λεγόταν Mickey Dolenz και-ίσως παίρνοντας λαβή από την επακόλουθη φήμη του με τους The Monkees-ήταν αποφασισμένοι να μπουν μέσα σε όλο αυτό. Είχαν μία χρήσιμη επαφή με εκπρόσωπο τον αδελφό του Sepe, ο οποίος εργαζόταν σε μία εταιρεία στο Σικάγο που έφτιαχνε απάρτια αεροσκαφών. Αυτή η εταιρεία με κάποιο τρόπο πείστηκε να επενδύσει σε μία νέα δισκογραφική και τον Φεβρουάριο του 1968 σχηματίστηκε η Megaphone, με αξιοσημείωτο κεφάλαιο και ένα γραφείο στην Ventura Boulevard. Οι The Jimerfield Legend ήταν η πρώτη και μοναδική της υπογραφή και γρήγορα η μπάντα μας βρέθηκε να κάνει ένα άλμπουμ.

 

Crazy Woman (1968)

 

 

"Ξαφνικά ο Tony κι ο Marty ήταν μεγάλα κεφάλια στην νέα εταιρεία και έβγαζαν ένα κάρο χρήματα, τη στιγμή που εμείς λιμοκτονούσαμε σε ένα μοτέλ στην Sunset Strip με δώδεκα δολλάρια την μέρα όλοι μας" θυμάται ο Randy. "Πήραν το κρέντιτ της παραγωγής για το άλμπουμ των Legend, αλλά στην πραγματικότητα όλα ότι έκαναν ήταν να κάθονται στο στούντιο παρακολουθώντας το ρολόι και δείχνοντας τα ρολόγια τους όταν δεν καταφέρναμε να βγάλουμε τα τραγούδια στις δύο φορές. Έκαναν τα πάντα χωρίς ποτέ να μας ρωτήσουν. Για παράδειγμα, κάνοντας το άλμπουμ των Legend, είχαμε κάνει τρία-τέσσερα κομμάτια και χρειαζόταν να φάμε και να χαλάσουμε και λίγα χρήματα. Έτσι πήγαμε πίσω στο Κολοράντο και παίξαμε κάποιες συναυλίες. Όταν επιστρέψαμε στο Λος Άντζελες, ο Tony κι ο Marty είχαν νοικιάσει στούντιο (session) μουσικούς και τους είχαν βάλει να μάθουν τα τραγούδια και να βγούν να τα παίξουν στον κόσμο. Τελειώσαμε τα φωνητικά και γυρίσαμε στο Κολοράντο".

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πηγές του, το άλμπουμ των Legend (που κυκλοφόρησε το 1968) είναι εκπληκτικά καλό. Έχει ένα σωρό αχρείαστες διασκευές και φανερά χάνει ως προς την ενέργεια μίας αληθινής μπάντας, αλλά ωστόσο είναι ένα συμπαγές garage pop / rock άλμπουμ των 60'ς με λίγες ψυχεδελικές πινελιές και δύσκολα το αποκαλεί κανείς εμπορικό (παρά τη συνεισφορά του θρύλου της Motown Gene Page). Μπορεί να μην ήταν περίπλοκο για μία εταιρεία να αντικαταστήσει μία μπάντα με session μουσικούς (στις αρχές του 1968 ήταν κοινότοπος να συμπεράνεις ότι οι περισσότερες μπάντες δεν θα έφταναν στο να παίξουν την δική τους μουσική), αλλά το περίπλοκο ήταν πως όσοι συμβιβασμοί κι αν έγιναν δεν φαίνεται να έγιναν για να γίνει το τελειωμένο LP πιό προσβάσιμο στην αγορά. Το Legend έχει μείνει όχι ως ένα μεγάλο άλμπουμ ή (παρά κάποια ακραία φωνητικά και ένα φοβερό σόλο του Randy στο "The Kids Are Alright") σαν νόμιμο μέρος της κληρονομιάς της μπάντας, αλλά είναι μία διασκεδαστική παραξενιά, σαν μέρος της έκρηξης της δεκαετίας του '60.

 

"Η πλειοψηφία των κομματιών γράφτηκε από ένα τύπο που λεγόταν Bob Corso", μας λέει ο Randy. "Που τον βρήκαν ο Tony κι ο Marty δεν ξέρω. Αλλά παίξαμε πράγματα σαν το "The Kids Are Alright", "With A Girl Like You" και το "Baby Blue". Ήμασταν κομμάτι πιό heavy από τα περισσότερα γκρουπ εκείνη την εποχή".

 

Ο Sepe και ο Brooks ίσως ήταν πρόθυμοι για ένα χιτ, αλλά μοιάζει να είχαν ένα πολύ περιορισμένο μπάτζετ για προμόσιον.

 

"Ήταν πολύ τεμπέληδες για να κάνουν οτιδήποτε απαιτούσε κάποιο είδος δουλειάς", λέει γελώντας ο Randy. "Οι μάνατζερ μας είχαν την ιδέα να βάλουν μία μεγάλη φράση πάνω που να λέει ‘The Legend and Megaphone Records’. Πήραν έναν καλλιτέχνη για να ζωγραφίσει τα πρόσωπά μας, που μπήκαν ως εξώφυλλο στο άλμπουμ. Μετά είχαν την ιδέα να πάμε στα διάφορα high schools και να βγάλουμε 45άρια και άλμπουμ. Αυτό και κάναμε".

 

The Legend

 

R 3472690 1567957259 3404.jpeg

 

Η Megaphone δεν μοιάζει να είχε μοιράσει το LP έξω από το Χόλιγουντ και το άλμπουμ ξεχάστηκε στην στιγμή. Ο Sepe και ο Brooks ήταν ακόμα πεινασμένοι για επιτυχία, ωστόσο και ρώτησαν την μπάντα εάν γνώριζαν πιθανούς υποψήφιους.

 

"Ο Jack Duncan (μπασίστας) σύστησε τον Mike Kelly, από το El Paso. Ήταν ένας soulful, καλοφτιαγμένος, καθώς πρέπει τύπος, που είχε ένα εντελώς δικό του στυλ. Λευκοί να τραγουδάνε soul το 1968 ήταν κάτι σχεδόν ανήκουστο. Τον έφεραν στο Λος Άντζελες και τον ηχογράφησαν".

 

Το αποτέλεσμα της επινόησης αυτής "I Love The Little Girls (With The Shirley Temple Curls) / I Know", έγινε τον Απρίλιο του '68, ως από τους The Legend (Featuring Mike Kelly) και ακούγεται ακόμα λιγότερο σαν την μπάντα, από ότι ακουγόταν το άλμπουμ τους. Προβλέψιμα, απέτυχε παταγωδώς και αυτό ήταν και το τέλος για τον Kelly.
"Αρρώστησε, επέστρεψε στο El Paso και πέθανε από μία σπάνια ασθένεια στο αίμα".

 

Ίσως η επόμενη κυκλοφορία σε 45άρι της Megaphone (τον Μάιο), Portrait Of Youth / Enjoy Yourself (και τα δύο θα επανηχογράφονταν για το LP Dragonfly), ήταν πολύ πιό κοντά στον ήχο της μπάντας. Η πρώτη πλευρά έχει μία ομοιότητα με το "I Can See For Miles" των Who, αλλά ο Randy εξηγεί ότι "οι ομοιότητες δεν ήταν σκόπιμες. Ο Jimerfield ήρθε για πρόβα μία μέρα με μία ιδέα και μερικές λέξεις και καταλήξαμε να σκαρώσουμε ένα τραγούδι. Δεν ξεκινήσαμε να αντιγράψουμε τους Who, απλά χρησιμοποιήσαμε κάποιες ιδέες. Συνειδητά ο ντράμερ μας ακουγόταν σαν τον Keith Moon. Ήταν όλοι τους οπαδοί των Who πιό πολύ από ότι εγώ-ο Pete Townshend δεν μου "έδειξε" πολλά".

 

Όταν το 45άρι απέτυχε, η απογοητευμένη μπάντα άφησε την Καλιφόρνια και άρχισε ξανά τις συναυλίες.

 

Portrait Of Youth (1968)

 

 

"Η πρώτη μας εκτός του Λος Άντζελες, ήταν στο Waco του Τέξας και μας έδιωξαν επειδή ακουγόμασταν πολύ δυνατά".
Μιλώντας γι'αυτό ο Randy χαρούμενος παραδέχεται ότι έπαιζαν με την ένταση πολύ ψηλά.

 

"Όταν πρωτο-ξεκίνησα με τους Legend, έπαιζα με μία Fender Telecaster του 1965. Αντέγραφα τον Jeff Beck με την Telecaster. Μετά οι Legend πήραν τον ενισχυτή Vox Super Beatle. Πριν το Dragonfly, βρήκα μία Les Paul SG του 1957 με τρέμολο, έτσι για ρυθμική χρησιμοποιούσα την Telecaster και για τα lead την SG και τα εφέ στον Super Beatle (και λίγο wah-wah). Ο Jimerfield χρησιμοποίησε την Gibson 335 και την Gold Top Les Paul (την οποία τώρα κατέχω εγώ). Τα εφέ ωστόσο στους δίσκους έγιναν στο στούντιο".

 

Ρωτώντας κατά πόσο επηρεάστηκαν από τους Blue Cheer-που γενικά θεωρούνται η πιό heavy Αμερικανική μπάντα του '68-ο Randy απλά επισημαίνει, "μας άρεσε το "Summertime Blues", αλλά κανείς μας δεν είχε κάτι από την μουσική που έπαιξαν".

 

Στα μέσα του '68 η μπάντα ήταν μία αξεπέραστη δύναμη στα live.

 

"Καθώς ο χρόνος έφευγε, γινόμασταν ολοένα και πιό χαλαροί μεταξύ μας και στα τραγούδια και κάναμε περισσότερους πειραματισμούς βλέποντας τι λειτουργεί και τι όχι με μακρόσυρτα σόλο στην κιθάρα και στα ντραμς. Είχαμε πράγματι μακρόσυρτα σόλο-θα το τράβαγα μέχρι να βγεί ό,τι ήθελα. Μετά ο Jack θα εμφανιζόταν με κάποια lead στο μπάσο που σε ζάλιζαν και μετά ο Barry θα έπιανε τα ντραμς. Στο αποκορύφωμά μας όταν δοκιμάζαμε αυτά τα πράγματα ήμασταν σε ένα κλαμπ που δεν είχαμε παίξει ξανά. Παρατηρήσαμε ότι όταν ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε οι περισσότεροι είχαν μία γκριμάτσα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Ήταν ντυμένοι σαν κάου-μπόυς και φάρμερς και σκεφτόμουν, ΄αυτό είναι λάθος μέρος για μας΄. Πρώτο τραγούδι: παγερή σιωπή. Αλλά στο τέλος της νύχτας τους είχαμε όλους να φωνάζουν με ενθουσιασμό να σφυρίζουν και να χορεύουν. Μουσικά, ήταν μία νύχτα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Έτσι, συνεχίσαμε με αυτό τον τρόπο από εκεί και μετά σε όσα κονσέρτα και κλαμπ παίζαμε. Όταν βρισκόμασταν οι τέσσερίς μας, πάντα μιλούσαμε για το τι θα κάναμε στο επόμενο LP, κάνοντας ότι κάναμε στα live".

 

Time Has Slipped Away (1968)

 

 

Στην μικρή σκηνή του Κολοράντο, η μπάντα γρήγορα έγινε ατραξιόν.

 

"Το μέρος που θυμάμαι πιό πολύ ήταν το The Family Dog in Denver", λέει ο Randy. "Ήταν μεγάλο, με ψυχεδελικό φωτισμό παντού και μία μεγάλη οθόνη για σόου με τον φωτισμό, πίσω από την μπάντα. Αυτοί προμόταραν τις μπάντες για να έρθουν και ένα από τα πόστερ μας φαίνεται στην ταινία του Steve McQueen, ΄Bullitt΄. Και όταν επιστρέψαμε στο El Paso μετά το πρώτο μας 45άρι και έγινε νο15 στα charts του τοπικού ραδιοφώνου, παίξαμε στο Coliseum. Αυτό ήταν τρομερό συναίσθημα."

 

Αλλά ήταν δύσκολο γι'αυτούς να επαναλάβουν την δημοφιλία τους στην Καλιφόρνια, ούτε στο ελάχιστο βέβαια, επειδή δεν ήταν από εκεί.

 

"Όταν ήμασταν στην Καλιφόρνια και όταν είχαμε χρήματα θα πηγαίναμε σε ένα μέρος που λεγόταν Hullabaloo, αργά και θα βλέπαμε όλων των ειδών τα γκρουπ. Παίξαμε εκεί κι εμείς. Είχε μία κυκλική περιστρεφόμενη σκηνή. Ένα γκρουπ θα ήταν μπροστά παίζοντας ενώ το άλλο θα ετοιμαζόταν πίσω από μία κουρτίνα και μετά τσουπ!-θα τραβούσαν ένα μοχλό και το πίσω μισό μέρος θα ερχόταν μπροστά".

 

Δίνοντας συναυλίες στο Κολοράντο η μπάντα είχε λίγο-πολύ εγκαταλείψει την ελπίδα να κάνει ένα άλμπουμ με δικό της υλικό και με τον δικό τους τρόπο. Αλλά τότε κάτι απρόσμενο συνέβηκε.

 

"Μία νύχτα παίζαμε στο Family Dog in Denver με τους Soul Survivors και τους Box Tops και ο Marty Brooks μας άκουσε. Του κάναμε πολύ μεγάλη εντύπωση και πήγε πίσω στο Λος Άντζελες να το πεί στον Tony. Πείστηκαν τελικά ότι θα κάναμε την δική μας στούντιο δουλειά.".

 

Εκείνη την εποχή η μπάντα είχε διευρύνει τους ορίζοντές της...με παραισθησιογόνα.

 

"Πήρα LSD δέκα φορές ή κάτι τέτοιο. Αλήθεια δεν γνώριζα ότι επηρέασε την μουσική μας ή το στυλ μου, αλλά μου άνοιξε το μυαλό σε ορισμένα πράγματα. Είχα πάντα ένα είδος συμπλέγματος κατωτερότητας, μέχρι που μία νύχτα επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στα βουνά του Κολοράντο, μου ήρθε ότι οι Beatles κι ο Hendrix κι ο Jeff Beck και όλοι αυτοί δεν ήταν θεοί και θα μπορούσα να γίνω τόσο καλός όσο αυτοί. Μόνο συνεχίζοντας να παίζω. Όσο για την δόξα, ήταν μόνο λόγω τύχης".

 

She Dont Care (1968)

 

 

Πίσω στην Καλιφόρνια, αν και με σοβαρούς ενδοιασμούς η μπάντα μας-τώρα χωρίς τον McElwaine-στρώθηκε στη δουλειά για το δεύτερο άλμπουμ τους τον Ιούνιο. Τυπώθηκε στα Amigo and I.D. Studios στο Βόρειο Χόλιγουντ με παραγωγό τον Richard Egizi (τότε γνωστό ως Richard Russell) και μηχανικό τον Hank Cicalo. Αυτή την φορά τους δόθηκε δημιουργική ελευθερία και υπήρχε πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

 

"Οι συνθέσεις στο Dragonfly έγιναν από όλο το γκρουπ. Όλοι συμμετείχαν και ο παραγωγός μας, ο Richard θα συμμετείχε επίσης άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι. Πάντως ο τύπος ήταν μία μουσική ιδιοφυία. Το "Trombodo" και άλλα έγιναν για να γεμίσει. Δεν είχαμε ηχογραφήσει αρκετό υλικό για να γεμίσει το άλμπουμ, έτσι ο Richard εμφανίστηκε με όλο αυτό το υλικό. Η συμφωνική μουσική που ακούγεται είναι υλικό που είχε κάνει για άλλο πρότζεκτ που τελικά δεν μπήκε εκεί. Το "Trombodo" είναι τρομπόνι που παίζει ο Richard, ηχογραφημένο σε διαφορετικές ταχύτητες. Έγινε πολύ καλό. Εγώ έδωσα τον τίτλο. Ένα άλλο πράγμα που θυμάμαι από αυτά τα sessions είναι ότι ένα πολύ χαριτωμένο κορίτσι ήρθε μία μέρα. Μιλούσε στον Jack και μόλις έφυγε ρώτησα ποιά ήταν και μου είπε πως ήταν μία νεαρή ηθοποιός που λεγόταν Sally Field".

 

Τα sessions πήγαν καλά, αλλά οι σχέσεις με τους Sepe και Brooks πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Πριν ολοκληρωθεί το άλμπουμ, η μπάντα απαίτησε να λυθεί το συμβόλαιο μεταξύ τους, απειλώντας να μην ηχογραφήσουν ούτε νότα παραπάνω μέχρι να πάρουν τον δικό τους δρόμο. Οι Sepe και Brooks τους έδωσαν τις διαβεβαιώσεις που ζήταγαν και το άλμπουμ ολοκληρώθηκε. Αλλά όταν ανακάλυψαν ότι είχαν χάσει τα πνευματικά δικαιώματα, αποφάσισαν να το διαλύσουν.

 

"Νομίζω ότι ο Jimerfield είχε πάθει κάποιο είδος νευρικού κλονισμού", αναστενάζει ο Randy. "Γινόταν μυστήριος, ήθελε τον καθένα να ανεβαίνει πάνω στη σκηνή και να παίζει οτιδήποτε όση ώρα ήθελε εκείνος. Ο Jack, ο Barry και εγώ υποτίθεται συνεχίζαμε ως τρίο, αλλά στο τέλος ο Jack έμεινε στο Λος Άντζελες και ο Barry κι εγώ επιστρέψαμε στο El Paso".

 

To Be Free (1968)

 

 

Χωρίς μπάντα να το προωθήσει το άλμπουμ εμφανίστηκε το 1968 με το όνομα Dragonfly-ο τίτλος υιοθετήθηκε από έναν πίνακα, τον οποίο ο Brooks είχε αγοράσει από έναν καλλιτέχνη του δρόμου στην Sunset Strip, ο οποίος επικοινωνούσε μόνο με φωνές και ήχους ζώων. Δεν υπάρχει πουθενά όνομα στο εξώφυλλο και το εσωτερικό του δίσκου δεν έχει κανέναν από τους μουσικούς. Σφραγισμένες κόπιες είχαν ένα αυτοκόλλητο στην ζελατίνη με την λέξη DRAGONFLY, αλλά αυτά έπρεπε να αφαιρεθούν για να βγεί ο δίσκος από την συσκευασία. Για να το θέσω καλύτερα, ο δίσκος ήταν καταδικασμένος από την στιγμή που κυκλοφόρησε. Είναι κρίμα επειδή το Dragonfly είναι ένα λαμπρό βήμα μπροστά, αφού με ένα τρόπο καθορίζει την διαφορά ανάμεσα στα 60'ς και στα επερχόμενα 70'ς. Είναι ένα τέλειο παράδειγμα του είδους της μετάβασης που έκαναν οι rock μπάντες εκείνο τον καιρό. Δηλαδή η στροφή προς την progressive rock.

 

Είναι πιό heavy, συμπαγές, πιό πειραματικό και πιό ασυμβίβαστο από το άλμπουμ των Legend (ή ακόμα και από αυτό που θα μπορούσε να γίνει αν το είχε κάνει η πραγματική μπάντα που το έκανε). Η ημερομηνία της κυκλοφορίας του το κάνει μάλλον πρώιμο για ένα δίσκο τόσο heavy. Μερικά σημεία αναφοράς της hard rock (Vincebus Eruptum, In-A-Gadda-Da-Vida, Steppenwolf) είχαν εμφανιστεί λίγο πιό νωρίς, αλλά το Dragonfly ήταν πριν τους Led Zeppelin, πριν τους Grand Funk, πριν τους MC5 και πριν το μεγάλο κύμα των άγνωστων hard rock γκρουπ που θα ξεπηδούσαν στο τελείωμα της ψυχεδελικής περιόδου. Δείχνει φανερές επιρροές (The Who, Hendrix, διάφορες blues μπάντες), αλλά πρώιμο για το γένος του σημαίνει ότι υπάρχει μία φρεσκάδα μαζί με μία garage εποχή που το κάνει να ξεχωρίζει από τα συναφή. Ο Sepe και ο Brooks φανερά σκόπευαν να το προωθήσουν με μία πλαστή μπάντα, αλλά πριν αυτό κανονιστεί, έφτασαν άσχημα νέα από το Σικάγο.

 

"Η μητρική εταιρεία είχε κουραστεί από όλα τα αχρείαστα έξοδα, έτσι η Megaphone έκλεισε", εξηγεί ο Randy. "Οι κλειδαριές στα γραφεία άλλαξαν από την μία μέρα στην άλλη και το άλμπουμ βρέθηκε χωρίς μπάντα και χωρίς δισκογραφική".

 

Miles Away (1968)

 

 

Η δουλειά του Randy σαν μουσικός ήταν μακριά από το τέλος της ωστόσο. Μετά από μία σύντομη ανάπαυλα, σχημάτισε τους Gorilla στο Τέξας.

 

"Ανοίγαμε για τους ZZ Top και αυτοί έρχονταν κάτω στα καμαρίνια μας και ο Billy Gibbons ερχόταν για να τζαμάρει μαζί μου. Έπαιζε την Gold Top μου και εγώ έπαιζα την δική του φημισμένη Sunburst Les Paul. Ήταν αλήθεια καλά παιδιά και μας συμπεριφέρονταν με σεβασμό. Δεν μπορώ να πώ το ίδιο για όλες τις μπάντες για τις οποίες ανοίγαμε".

 

Από το 1976 έως το 1979 έπαιξε στους Big Sonny & The LoBoys, των οποίων ο ντράμερ, Jimmy Carl Black ήταν πριν στους Mothers Of Invention. Προσέλκυσαν ένα πιστό κοινό μηχανόβιων που θα τους ακολουθούσαν από συναυλία σε συναυλία και το άλμπουμ τους In Heat είναι μία ωραία ανάμιξη blues-rock και poppy roots-rock, με ωραία lead guitar από τον Randy, ο οποίος παίζει με ένα στυλ hard rock με παραμόρφωση μαζί με καθαρό rockabilly. Η επόμενη μπάντα του ήταν οι B. Bristlin', που τον ένωσε ξανά με τους Jack Duncan και Barry Davis.

 

"Προσθέσαμε δύο ακόμα παιδιά από το El Paso, τον Jack Woodberry στην κιθάρα και τον Andre Bonaguidi στα ντραμς και έτσι είχαμε τα διπλά ντραμς. Ήμασταν καλοί και δυναμικοί".

 

Με την συμβουλή του πράκτορα της εταιρείας, άλλαξαν το όνομά τους σε Bubba Jo, άλλαξαν το ρεπερτόριό τους (προσθέτοντας περισσότερες διασκευές) και άλλαξαν την εικόνα τους (φορώντας καου-μπόυκα ψυχεδελικά πουκάμισα). Λίγο αργότερα έπαιζαν σε όλο το Κολοράντο, Γουαιόμινγκ, Νεμπράσκα, Νέο Μεξικό, Αριζόνα και Ελ Πάσο. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 ο Randy έκλεισε τον κύκλο του και έπαιζε πίσω από τον ήρωα των παιδικών του χρόνων Long John Hunter στους Untouchables.

 

Trombodo (1968)

 

 

"Μία μέρα ο Long John Hunter με φώναξε και μου είπε ότι είχαμε μία συναυλία όπου θα ανοίγαμε για τον Chuck Berry και θα ήμασταν η backing band του. Παίξαμε περίπου μία ώρα, μετά ο Chuck εμφανίστηκε γκρινιάζοντας επειδή ήθελε δύο Fender Showmans και όλα όσα είχαν ήταν δύο Fender Twin Reverbs. Άρχισε ένα τραγούδι και σταμάτησε μετά από λίγο γκρινιάζοντας πάλι. Αυτό με έκανε να αισθανθώ αμήχανα. Ο πρώτος καλός ενισχυτής μου (ακόμα τον έχω!) είναι ένας 1965 Fender Super Reverb που έχει μόνο 35W. Ήταν ok, αλλά όχι αρκετά δυνατός, έτσι στα 70'ς έκανα μία αναβάθμιση με έναν 100W. Τέλος πάντων ο Chuck άρχισε άλλο τραγούδι μετά το σταμάτησε και σιγουρεύτηκε ότι είχαν τα χρήματα που θα του έδιναν μετρητά. Μετά ξεκίνησε άλλο τραγούδι και κοιτάζοντας εμένα και τους ενισχυτές μου, τράβηξε το καλώδιο του από τον ενισχυτή του και άρχισε να έρχεται χορεύοντας προς το μέρος μου. Έβαλε το καλώδιο στον ενισχυτή μου με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί στο άλλο. Υποθέτω ήταν αρκετά καλός για τον μεγάλο Chuck Berry, επειδή δεν είπε ευχαριστώ, kiss my ass ή οτιδήποτε άλλο. Όπως θα μπορούσες να πείς δεν με είχε και σε μεγάλη εκτίμηση".

 

Η επόμενη μπάντα του Randy ήταν οι Russ T. Nails, που έπαιζαν κλασική rock και blues.

 

"Η κόρη μου Michelle Flores ήταν η τραγουδίστρια και η γυναίκα μου Linda έκανε τις αρμονίες. Ήμασταν φωτιά! Παίξαμε σε κλαμπ στο Ελ Πάσο για περίπου τέσσερα χρόνια. Τελικά η Michelle κλήθηκε να κάνει οντισιόν σε ένα τηλεοπτικό σόου το Rock Star. Ηχογραφήσαμε δύο ορίτζιναλ για αυτήν για να κάνει την προσπάθειά της και νομίζω ότι αυτοί έψαχναν για αρσενικό. Δεν τα κατάφερε. Μετά ο μπασίστας έπαθε καρκίνο και η Michelle ήταν έγκυος, οπότε το διαλύσαμε".

 

Darlin' (1968)

 

 

Τον Σεπτέμβριο του 2012, ο Randy έπαιζε με τους Twisted Hams, στο αγαπημένο του Ελ Πάσο και το διασκέδασε. Κοιτάζοντας πίσω στην μουσική του καριέρα δεν έχει παράπονο.
"Όλα αυτά τα χρόνια, έχω συναντήσει και βρέθηκα σε γκρουπ που άνοιγαν για τον John Lee Hooker, Chuck Berry, Bo Diddley, Question Mark & The Mysterians, the Box Tops, the Soul Survivors, Flo & Eddie, ZZ Top, Steve Miller και άλλους που δεν μπορώ να θυμηθώ, παίζοντας με τον δικό μου τρόπο".

 

Με κατανόηση ακούμε ότι έχει μπερδεμένα συναισθήματα για το άλμπουμ Dragonfly σήμερα. "Υπάρχουν τόσα πράγματα που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει καλύτερα", λέει, "αλλά οι περιορισμοί του χρόνου πίεζαν. Ποτέ δεν ήμουν ικανοποιημένος από κάθε τομέα για την ηχογράφηση όσο εμπλέχτηκα, ειδικά στα lead και πάντα ήθελα να κάνω παραπάνω πράγματα, επειδή ήξερα ότι μπορούσα καλύτερα. Αλλά υπάρχουν και πράγματα που μου αρέσουν σε αυτό. Είμαι περήφανος που ξαναζωντάνεψε κατά κάποιο τρόπο".

 

Και μην φοβάστε-ο Randy είναι ακόμα εραστής της heavy κιθάρας. Όπως κατά λέξη μας λέει: "There's some real talent out there that could blow my socks off in a second but I can still melt the butter".

 

A 1429097 1470299302 5188.jpeg

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Πηγή: https://musicoversixcenturies.blogspot.com/