p01hhtpp

 

Οι περισσότεροι session μουσικοί δεν έγιναν ποτέ τόσο διάσημοι – ή έστω κράτησαν για καιρό τη δημοφιλία τους – αν και κάποιοι αργότερα έγιναν μέλη σε μεγαλύτερες μπάντες: Ο Phil Collins, για παράδειγμα, ξεκίνησε ως session ντράμερ. Οι Duane Allman, Glen Campbell, Billy Preston, ακόμη κι ο Jimi Hendrix υπήρξαν κάποτε τέτοιοι “βοηθητικοί” μουσικοί (σε στούντιο ή και στη σκηνή). Κάτι αντίστοιχο συνέβη και σε ολόκληρα γκρουπς (Booker T. & the MGs, Wrecking Crew, Funk Brothers, Muscle Shoals Rhythm Section,κ.α). Ο Ray Davies των Kinks είπε κάποτε ότι “…αυτοί οι μουσικοί αποτελούν, σε μια δουλειά, τις ανώνυμες σκιές πίσω απ΄τους σταρς. Κάνουν την εργασία τους παίρνοντας μεροκάματο και φεύγουν, αφήνοντας τη δόξα αλλού, ενώ σπάνια βλέπουν τα ονόματά τους πάνω στους δίσκους. Το παίξιμό τους, ενώ στην αρχή συνήθως δεν ξεχωρίζει, εντούτοις αν το βγάλεις από τη μίξη, το κομμάτι δεν ηχεί το ίδιο. Σου λείπουν μόνο όταν δεν είναι εκεί”. Η προσωποποίηση στα τελευταία αυτά λόγια του δεν ταιριάζουν σε κανέναν άλλον περισσότερο, παρά στον Nicky Hopkins.

 

Το παρακάτω άρθρο δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια “εισαγωγή” στον διάσημο αυτόν πιανίστα του 20ού αιώνα. Άλλωστε ποιός έχει ανάγκη από συστάσεις όταν έχει πάρει μέρος σε δεκάδες κλασικά άλμπουμς του ροκ, έχει παίξει πιάνο σε εκατοντάδες πασίγνωστα τραγούδια κι έχει κάνει τρανταχτές συνεργασίες με πάρα πολλά “ιερά τέρατα” της showbiz. Απλώς θα γίνει μια “αναψηλάφηση” σε μερικά σημεία της ζωής και της τέχνης του, που αξίζει να αναφερθούν, αφού για περαιτέρω ανάλυση και λεπτομέρειες θα χρειαζόμασταν σελίδες επί σελίδων.

 

Screaming Lord Sutch and the Savages - Loony Rock

 

 

Γεννήθηκε ως Nicholas Christian Hopkins κατά τη διάρκεια γερμανικής αεροπορικής επιδρομής στο Λονδίνο στις 24 Φεβρουαρίου 1944. Από την ηλικία των τριών ετών φάνηκε ότι ήταν μεγάλο ταλέντο στη μουσική και από τότε άρχισε να παίζει πιάνο. Αν και αρχικά πήρε μαθήματα από έναν καθηγητή πιάνου, αργότερα κέρδισε υποτροφία στη διάσημη Royal Academy of Music στο Λονδίνο. Ήδη από τη νεαρή του ηλικία διαγνώστηκε με τη νόσο του Crohn. Η κακή του υγεία και οι συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις τον εμπόδισαν να περιοδεύει και ως εκ τούτου αποφάσισε να γίνει στούντιο μουσικός. Το 1960 έφυγε από το σχολείο για να συμμετάσχει στους Savages, μια ροκ εν ρολ μπάντα, με παιδιά της γειτονιάς του, όπου συμμετείχε κι ο Carlo Little, ο πρώτος ντράμμερ των Rolling Stones, πριν τον Charlie Watts. Αργότερα μετετράπηκαν σε Screaming Lord Sutch and the Savages.

 

Η μπάντα περιόδευσε περιστασιακά και μετά από μια χρονική περίοδο δύο ετών, όλα τα μέλη της ομάδας ( οι Hopkins, Carlo Little, Bernie Watson και Ricky Fenson), ακολούθησαν τον Cyril Davies (τον διάσημο μπλουζίστα), όταν αυτός έφυγε από τους Alexis Corner και Blues Incorporated, τον Οκτώβριο του1962, και σχημάτισε τους Cyril Davies R & B All Stars. Με την μπάντα έμελε να συνεργαστεί για τους επόμενους 13 μήνες. Μάλιστα τον Φεβρουάριο του 1963, συνέβαλε ως πιανίστας στο πρώτο ηχογραφημένο single της μπάντας και στην πιο θαυμαστή σύνθεση του Davies, το "Country Line Special". Ωστόσο, τον Μάιο του ‘63, η κακή υγεία του Hopkins είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική έξοδο του από το γκρουπ. Υποβλήθηκε σε μια σειρά από χειρουργικές επεμβάσεις και έπρεπε να παραμείνει νοσηλευόμενος για περίπου 18 μήνες. Εντωμεταξύ, μετά το θάνατο του Davies, στις 7 Ιανουαρίου 1964, οι Cyril Davies R & B All Stars διαλύθηκαν.

 

Cyril Davies R & B All Stars - Country Line Special

 

 

Μετά την ανάρρωσή του, το όνειρό του για να γίνει ένας από τους πιο καταξιωμένους πιανίστες αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Γίνεται πολύ γρήγορα ένας από τους πιο γνωστούς session μουσικούς του Λονδίνου και αρχίζει αυτή την περίοδο τις πρώτες του ηχογραφήσεις. Αμέσως γίνεται ονομαστός και περιζήτητος. Για μία τριετία (’65 - ΄68), δεν περνάει εβδομάδα χωρίς να συμμετάσχει στην ηχογράφηση κάποιου δίσκου. Εργάζεται εκτενώς για τους κορυφαίους βρετανούς ανεξάρτητους παραγωγούς, Shel Talmy και Mickie Most. Μία από τις πρώτες του τέτοιες δουλειές ήταν για το δεύτερο single των the Who, “Anyway, Anyhow, Anywhere” (1965). Επίσης θα συνεργαζόταν μαζί τους επίσης και στο πρώτο τους άλμπουμ, My Generation (1965) κι αργότερα στα Who’s Next (1971) και The Who By Numbers (1975). Είχε γίνει τόσο απαραίτητος με τα πλήκτρα του στους the Who, που λέγεται ότι αφού δεν μπορούσε να συνεργαστεί μαζί τους στο στούντιο (λόγω υγείας και πάλι) κατά την ηχογράφηση του Tommy (1969), o Pete Townsend, αντικαθιστώντας τον αναγκαστικά στο πιάνο, κυριολεκτικά σπάραζε και του αφιέρωνε τα τραγούδια.

 

The Who - the Song is Over (1971)

 

 

Μία αξιοσημείωτη παρένθεση: Ένα από τα προσωπικά projects του Hopkins, που αφορά τα ‘60s, ήταν κι ένα βραχύβιο γκρουπάκι που έφτιαξε το 1968, τους Sweet Thursday. Τα μέλη του αποτελούνταν εξ’ολοκλήρου από session μουσικούς: εκτός του Nicky και οι Jon Marks (κιθάρα, vocals), Alun Davies (vocals, κιθάρα), Brian Odgers (μπάσο) και Harvey Burns (ντραμς). Πρόλαβαν και κυκλοφόρησαν μόνο ένα single (“Getting It Together” / “Mary On the Runaround”, 1968) και το μοναδικό, ομώνυμό τους άλπμουμ Sweet Thursday, 1969. Παρά την όποια επιτυχία πρόλαβαν να κάνουν στη Βρετανία, η (αμερικάνικη) εταιρεία τους, Tetragrammaton Records, χρεωκόπησε και το γεγονός οδήγησε τελικά την μπάντα στη διάλυσή της.

 

Sweet Thursday - Jenny (1969)

 

 

Οι Kinks επίσης αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσουν πιάνο στις ενορχηστρώσεις σε πρώιμες συνθέσεις, όπως τα “You Really Got Me” και “All Day and All of the Night”. Για τις ανάγκες του τρίτου τους άλμπουμ, The Kinks Kontroversy, ο παραγωγός τους Shel Talmy πρότεινε να προσλάβουν έναν πιανίστα που να κάνει κάτι παραπάνω από το “να γεμίζει τα κενά”. Ο Nicky λοιπόν ήταν εκεί και συνέβαλε τα μέγιστα. Μετά από αυτή τη δουλειά του και μετά από κάποιες εμφανίσεις μαζί τους στο BBC, οι Kinks καταλαβαίνουν πόσο απαραίτητος τους είναι. Ηχογραφούν μαζί του και το επόμενο άλμπουμ, Face to Face το 1966. Εδώ περιέχεται με το τραγούδι “Session Man”, όπου ο ίδιος ο Hopkins αποτελεί την έμπνευση και παίζει ένα θαυμάσιο harpsichord. Στο άλμπουμ του 1967, Something Else By the Kinks, o Hopkins, με ένα Hammond B-3, βάζει μία funky blues rock πινελιά και γενικά με το πιάνο του συνεισφέρει στον χαρακτηριστικό, αυθεντικό ήχο στη μουσική τους, π.χ. σε κομμάτια όπως το “Situation Vacant”.

 

Kinks - Situation Vacant (1967)

 

 

Το 1966, μετά από παρότρυνση του Talmy, κυκλοφόρησε το all-instrumental, Revolutionary Piano of Nicky Hopkins, το πρώτο του προσωπικό του άλμπουμ, που ομολογουμένως δεν τα πήγε καθόλου καλά στις πωλήσεις. To single του δίσκου ήταν το “Mr. Big”. Τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς έλαβε χώρα μια πολύ σημαντική στιγμή στην καριέρα του Nicky, αλλά και της μετέπειτα ιστορίας της ροκ: μετά από πρόσκληση του Jimmy Page, παρεβρίσκεται στο στούντιο κατά την διάρκεια ηχογράφησης του soundtrack του φιλμ “A Degree of Murder”. Εκεί ο Hopkins συναντά για πρώτη φορά τον Brian Jones (Rolling Stones), ο οποίος είχε γράψει τη μουσική της ταινίας. Ο Jones εντυπωσιάστηκε τόσο από τις ικανότητες του νέου βιρτουόζου, ώστε τον συστήνει αμέσως στους Jagger / Richards, αλλά και στον μάνατζερ του γκρουπ, Andrew Oldham. Αμέσως του προτείνουν να έρθει να ηχογραφήσει μαζί τους. Η πρώτη κοινή δουλειά ήταν το κομμάτι “Something Happened to Me Yesterday”. Ακολούθησαν overdubs σε όλο το άλμπουμ Between the Buttons. Κατάφερε τότε να εντυπωσιάσει έτσι περισσότερο, όχι μόνο τον Oldham αλλά και τον μηχανικό του ήχου Glyn Johns. Την άνοιξη του ’67, πάλι ο Page προσκαλεί τον Nicky να ηχογραφήσουν μαζί μερικά τραγούδια για το επόμενο άλμουμ των Yardbird, Little Game.

 

Αυτά θα ήταν τα “I Remember the Night”, “Stealing Stealing” και “Smile On Me”. Αυτή τη φορά, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα έκανε μεγάλη εντύπωση σε ένα άλλο μέλος των Stones, τον πιανίστα Ian Stewart. Τους επόμενους μήνες ο Nicky θα δουλέψει στο στούντιο με τους Stones για το νέο τους άλμπουμ, Their Satanic Majesties Request. Εδώ ξεχωρίζει το πιάνο του στα κομμάτια “She’s a Rainbow” και “2000 Light Years from Home” (και τα δύο μαζί κυκλοφόρησαν σε single). Ίσως θα πρέπει να αναφερθεί ότι τότε ηχογραφήθηκε και το κομμάτι - που τελικά δε μπήκε στο άλμπουμ - “We Love You”. Γράφτηκε από το γνωστό… δίδυμο, μετά τη σύλληψή τους για ναρκωτικά. Ήταν τότε που ο Hopkins έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά με τους Lennon και McCartney, οι οποίοι ήταν παρόντες στο στούντιο, προσφέροντας φωνητικά ως ανταπόδοση στους Mick & Keith για το “All You Need Is Love”. Κάπου εκεί έγινε και η συμφωνία για να παίξει στο single των Beatles, “Revolution”.

 

Με τους Stones θα συνεχίσει να συνεργάζεται και θα συμμετέχει σε όλα τους τα μετέπειτα άλμπουμς, μέχρι τις αρχές των ‘80s. Με τραγούδια που άφησαν, τόσο οι Stones όσο κι αυτός με το πιάνο του, εποχή, όπως: “Sympathy for the Devil”, “Jigsaw Puzzle” (Beggars Banquet, 1968), “Monkey Man”, “Gimme Shelter”, “Midnight Rambler” (Let It Bleed, 1969), “Sway” (Sticky Fingers, 1971), “Ventilator Blues”, “Loving Cup” (Exile on Main St., 1972), “Angie” (Goats Head Soup, 1973), “Time Waits for No One” (It’s Only Rock ‘n Roll, 1974), “Fool to Cry” (Black and Blue, 1976), “Waiting on a Friend” (Tattoo You, 1981) και πολλά άλλα.

 

Rolling Stones - Angie (1973)

 

 

Εδώ αξίζει να αναφερθεί και η παρακάτω ιστορία: Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Let it Bleed, την άνοιξη του 1969, οι Jagger, Watts και Wyman, καθώς και οι Ry Cooder και Nicky Hopkins περιμένουν μάταια να φανεί στο στούντιο ο Keith Richards. Αυτός εκείνες τις ημέρες δεν σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι του, αν δεν του τηλεφωνούσε η φίλη του, Anita Pallenberg - το κορίτσι του φίλου του, Brian Jones. Ως αποτέλεσμα αυτής της αναμονής - και των “τζαμαρισμάτων” που έκαναν όλον αυτόν τον καιρό, με προεξέχων τον Hopkins - ήταν το άλμουμ που προέκυψε, με τον τίτλο Jamming With Edward. Το “Edward” ήταν το παρατσούκλι του Nicky, που προερχόταν από κάτι “κουβεντούλες” που είχαν προηγουμένως με τον Jones. Στην καλλιτεχνική επιμέλεια του εξώφυλλου συμβάλλει κι ο Hopkins. Ο δίσκος θα κυκλοφορήσει τελικά (λόγω διαφωνιών για το οπισθόφυλλο) το 1972, σε παραγωγή Glyn Johns και θα μείνει ως μια ιδιαίτερη στιγμή στην “παράπλευρη” δισκογραφία των Stones.

 

Edward’s Thrump Up (1972)

 

 

Το κοινό ακούει επίσης και βλέπει τον Hopkins, όταν προσλήφθηκε από τους Stones για να περιοδεύσει μαζί τους στην περιοδεία του 1971, “Good-Bye Britain”, καθώς και στο περίφημο “North American Tour” (1972) αλλά και στις αρχές του 1973, στο “Winter Tour” της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Από εκεί κι έπειτα, με εξαίρεση μια guest εμφάνιση το 1978, δε θα ξανανέβει στη σκηνή μαζί τους. Με τους Stones επίσης θα εμφανιστεί και στο “Rock ‘n Roll Circus”, τον Δεκέμβρη του ’68. Ασφαλώς θα μπορούσαμε να καταλάβουμε, από όλα τα παραπάνω, την μεγάλη συμβολή του Hopkins στην ανάδειξη και την συμπλήρωση της “Greatest Rock ‘n Roll Band of the World”.

 

Πίσω πάλι στον Αύγουστο του ’69. Ο Hopkins, μαζί με τους Rod Stewart και P.P. Arnold, ηχογραφούν τα singles “Come Home” και “Working In a Coalmine”. Παραγωγός ήταν ο Jagger, ενώ κιθάρα έπαιζε ο Richards. Στα ντραμς καθόταν ο Mickey Waller, ο οποίος, μαζί με τον Stewart, ήταν με τον Nicky “ομόσταβλοι” στο Jeff Beck Group. Πράγματι, μαζί με τους προηγούμενους και τον Ron Wood, μετά τους Yardbirds, o Jeff Beck είχε σχηματίσει, από τον Γενάρη του ’67, την μπάντα του. Ο Hopkins ήταν ήδη γνωστός του, όταν μαζί με τους Page, Moon, J.P. Jones συμμετείχαν στα sessions του θρυλικού “Beck’s Bolero”. Γίνεται απαραίτητος στο γκρουπ και συμμετέχει στα δύο πρώτα τους άλμπουμς, Truth (1968) και Beck - Ola (1969). Ειδικά όμως στις ηχογραφήσεις του τελευταίου, ο Hopkins αγχωνόταν και κουραζόταν πολύ. Ο λόγος ήταν ο φόρτος εργασίας, αφού έπρεπε να ηχογραφεί παράλληλα και το Let it Bleed με τους Stones. Δούλευε ολόκληρα 24ωρα ασταμάτητα κι αυτό συνεχιζόταν για εβδομάδες. Μετά το τέλος των ηχογραφήσεων, μετακομίζει στο San Francisco. Ας θυμηθούμε όμως ένα πανέμορφο τραγούδι αγάπης του Nicky Hopkins με τους Jeff Beck Group, που εμφανίστηκε στο Beck-Ola με Jeff Beck στην κιθάρα, Ron Wood (μελλοντικό Rolling Stone) στο μπάσο και τον Tony Newman στα τύμπανα:

 

Jeff Beck Group - Girl From Mill Valley (1969)

 

 

Στο San Francisco θα συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτό που ονομάστηκε “S.F. Sound”. Θα συνεργαστεί με πολλά συγκροτήματα - τα οποία πολλά από αυτά τα είχε γνωρίσει κατά τις εμφανίσεις του εκεί - όπως π.χ. με τους Jefferson Airplane. Μ’ αυτούς συμμετέχει στο άλμπουμ Volunteers (1969) και ειδικά στα κομμάτια “Hey Fredrick”, “Wooden Ships” κι “Eskimo Blue Day”. Παίρνει μέρος μαζί τους, επίσης, στις live εμφανίσεις τους στο φεστιβάλ του Woodstock, τον Αύγουστο του ΄69. Επίσης συμβάλλει στις ηχογραφήσεις των New Riders of the Purple Sage (ένα τοπικό αλλά υποτιμημένο γκρουπάκι) και συγχρόνως έρχεται εκείνη η μεγαλειώδης στιγμή που γίνεται - έστω και προσωρινά, από ’69 εως ΄71 - μέλος της πολύ σημαντικής μπάντας της εποχής, τους Quicksilver Messenger Service (QMS). Η συνεργασία είναι καταλυτική, τόσο για την μπάντα, όσο και για τον ίδιο. Συμμετέχει σε τρία συνεχόμενα άλμπουμς : Shady Grove (1969), Just for Love (1970) και What About Me (1970). Να σημειωθεί ότι συμμετείχε κι αργότερα, ως session όμως, και στο “reunion” του γκρουπ, με το άλμπουμ Solid Silver (1975). Ειδική μνεία στο Shady Grove: Εκτεταμένα blues με ψυχεδελική αύρα ήταν αυτό που χαρακτήριζε διαχρονικά τους QMS. Τώρα, ακόμη και χωρίς τους Valenti και Duncan, το ακουστικό αποτέλεσμα του δίσκου μοιάζει σαν μια “μονομαχία” μεταξύ Hopkins (πιάνο και όργανο) και John Cipollina (κιθάρα). Αυτό είναι εμφανέστατο στο κομμάτι “Edward the Mad Shirt Grinder”, γραμμένο από τον ίδιον τον Nicky. Το instrumental αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα το …”magnum opus” του με τους QMS. Με αυτό ισχυροποιήθηκαν οι ήδη κλασικές καταβολές που είχε η μπάντα και με τον Hopkins άρχισαν να επιδεικνύουν αποφασιστικά το ταλέντο και τη μαεστρία τους, σε όλο τους το μεγαλείο.

 

Quicksilver Messenger Service - Edward the Mad Shirt Grinder (1969)

 

 

Το 1973 ο Hopkins κυκλοφορεί τη δεύτερη προσωπική δουλειά του, το αυτοβιογραφικό έργο The Tin Man Was a Dreamer. Ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τον Jerry Lynn Williams και μεγάλο μέρος του αφορούσε τον “Edward” (ψευδώνυμο του ίδιου) και της “Dolly” (ψευδώνυμο της γυναίκας του, τότε, Linda). Έχει χαρακτηριστεί από το Allmusic ως “εμπνευσμένα σπάνιο pop-rock,… εικόνα του Elton John στις αρχές της δεκαετίας του '70, με περισσότερη ποικιλία, με μερικά ακατέργαστα τελειώματα αλλά μικρότερο Εγώ". Η αλήθεια είναι ότι εδώ ξεδιπλώνει όλη τη γοητεία και το ταλέντο του, με το χαρακτηριστικό μελωδικό του στυλ, ενώ μας παρέχει και μια σπάνια ευκαιρία να ακούσουμε να τραγουδάει ο ίδιος. Στο άλμπουμ παρεβρέθηκαν για να τον βοηθήσουν στις ηχογραφήσεις μια πλειάδα πασίγνωστων καλλιτεχνών και ικανότατων μουσικών, όπως οι : George Harrison (στα credits ως George O’Hara), Mick Taylor και Chris Rea (κιθάρες), καθώς και Ray Cooper (κρουστά), Bobby Keys (σαξόφωνο), Jim Price (τρομπέτα), κ.α.

 

Nicky Hopkins - Dreamer (1973)

 

 

Όπως τονίσαμε και παραπάνω, ο Hopkins γνώριζε και συνεργάστηκε, εκτός από τους Stones και με τους Beatles. Πέρα απ΄τη συμμετοχή του στην ηχογράφηση (με overdubs) του single “Revolution”, τον Ιούλιο του ’68, ήταν έναν απ΄τους ελάχιστους μουσικούς που συνεργάστηκε με καθέναν απ΄τα σκαθάρια ξεχωριστά, όταν το γκρουπ διαλύθηκε. Έτσι ηχογράφησε με τον Lennon τα “Imagine”(1971) και “Walls and Bridges”(1974), με τον Harrison το “Living In the Material World”(1973) καθώς και με τον Ringo Starr τα “Ringo”(1973) και “Goodnight Vienna”(1974). Με τον McCartney θα έπρεπε να περιμένει μέχρι τα ΄80s για να συνεργαστεί, στο άλμπουμ Flowers in the Dirt (1989). Ειδικά στο “Imagine”, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Nicky επιστρατεύτηκε απ΄ τον John Lennon να παίξει τα μαγικά του πλήκτρα, σε όλα σχεδόν τα κομμάτια, εκτός από το ομώνυμο που παίζει ο ίδιος ο Lennon – με την καθοδήγηση ποιού άραγε; Για παράδειγμα, θαυμάστε το μεγαλείο του Hopkins, μνημείο ρομαντισμού και συγκίνησης, στο κομμάτι “Jealous Guy”:

 

John Lennon - Jealous Guy (1971)

 

 

Η τελευταία δισκογραφική απόπειρα του Hopkins που έγινε και κυκλοφόρησε ήταν με το άλμπουμ, με τίτλο No More Changes (1975), όπου κι εδώ τον ακούμε να τραγουδά ο ίδιος. Παρόλο που δεν πήγε και τόσο καλά στις πωλήσεις, ωστόσο κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό ήταν και η αρτιότερη solo κυκλοφορία του. Το τέταρτό του άλμπουμ Long Journey Home, όπου συνεργάστηκαν πολλά ηχηρά ονόματα, δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Hopkins, προσχώρησε στο συγκρότημα Jerry Garcia Band του Jerry Garcia, του κιθαρίστα των Grateful Dead. Η αυξανόμενη χρήση του αλκοόλ προκάλεσε πολλά προβλήματα στις ζωντανές εμφανίσεις με την νέα του μπάντα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αποχωρήσει οριστικά.

 

Ένα από τα παράπονα του Nicky καθ΄όλη τη διάρκεια της καριέρας του ήταν ότι δεν έλαβε δικαιώματα από καμία από τις ηχογραφήσεις του, λόγω της κατάστασής του εκείνη τη στιγμή ως απλώς "μισθωμένου μουσικού", σε αντίθεση με άλλους σταρς. Έλαβε πίστωση για το έργο του με τους Jeff Beck Group κι από τους Quicksilver Messenger Service, που έδωσαν στον Hopkins ένα μερίδιο. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του θα ασχοληθεί με πολλά και πολλούς, καθώς και με μουσική για ταινίες και soundtracks. Η κακή του υγεία συνέχισε να τον μαστίζει και τα ναρκωτικά και το ποτό του έγιναν επίσης ένα μεγάλο πρόβλημα. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων ο Χόπκινς επέστρεψε για λίγο στη Αγγλία, όπου έζησε για λίγο, έκανε έναν χρόνο στο Λος Άντζελες και έπειτα εγκαταστάθηκε στο Nashville του Tennessee, όπου πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου 1994, από επιπλοκές σχετιζόμενες με την νόσο που τον κατέτρεχε όλη του τη ζωή (αυτή του Crohn). Κι ήταν μόλις πενήντα ετών !

 

Quicksilver Messenger Service - Spindrifter (1970)

 

 

Όπως τονίσαμε και στην αρχή του άρθρου, ό,τι αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν μόνο ένα μικρό μέρος της δουλειάς και της συνεισφοράς του Nicky Hopkins στη μουσική. Ό,τι και να λέγαμε, όποια άλλη συνεργασία του να ξεδιπλώναμε, θα ήταν λίγο εμπρός στην τεράστια παρακαταθήκη που άφησε πίσω του. Να πούμε για ποιες συμμετοχές σε άλμπουμ και τραγούδια; Με τον Robert Fripp, τον Jackie Lomax, τον Joe Cocker, τον Graham Parker, τον Meatloaf, τον Julio Iglesias, τον Art Garfunkel, τον Jack Bruce, τον Gary Moore, τον Steve Miller, τον Donovan, την Carly Simon, τον Joe Satriani. Θα γράφαμε για αυτούς - και τόσους ακόμη - για μέρες ολόκληρες. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι παραμένει αναμφισβήτητα ο σημαντικότερος και σίγουρα ένας από πιο ταλαντούχους μουσικούς στην ιστορία της rock και άφησε το σημάδι του σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις.

 

Με μια δισκογραφία που ξεκινάει από την Ella Fitzgerald στον Frank Zappa, λίγοι μπορούν να καυχηθούν με ένα τόσο μεγάλο εύρος συμμετοχών και μια παρουσία σε τόσα πολλά σημαντικά μουσικά αρχεία. Και πάνω απ’ όλα, μια ζωή ταπεινός και μετρημένος. Δεν παρακάλεσε ποτέ κανέναν. Πήγαινε αυστηρά και μόνο όταν καταλάβαινε ότι ήταν απαραίτητος σε μια ηχογράφηση. Αν κι είχε παράπονα αρκετές φορές για θέματα coryright κλπ. ποτέ του δεν κυνήγησε δικαστικά κανέναν. Κι ούτε προσπάθησε ποτέ, όπως έκαναν αρκετοί συνάδελφοί του, να “κάνει επίδειξη” εις βάρος της μπάντας για την οποία έπαιζε, στο στούντιο ή στη σκηνή. Ο κριτικός Dave Marsh έγραψε για τον Hopkins ότι ήταν “ο σημαντικότερος rock and roll session μουσικός που υπήρξε ποτέ”. Συμμεριζόμαστε οπωσδήποτε την άποψή του. Κι όπως είπε κι ο Nils Lofgren: “Ο Nicky έγραψε με το πιάνο του το βιβλίο του rock ‘n roll”.

 

Υ.Γ. Για τους απανταχού φανατικούς του Hopkins, ο Julian Dawson κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο “ And on Piano… Nicky Hopkins: The Extraordinary Life of Rock's Greatest Session Man”.

 

51kxm3BxnL. SX331 BO1204203200

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Πηγή: https://musicoversixcenturies.blogspot.com/search?updated-max=2018-11-18T14:49:00-08:00&max-results=11&start=62&by-date=false