james joyce 23523523

 

Ο Τζέιμς Τζόυς είχε κάποτε
περιγράψει τον εαυτό του ως

 

''έναν ζηλιάρη, ανικανοποίητο,
μοναχικό, υπερήφανο άντρα''.

 

Αυτή την περιγραφή φυσικά
την έκανε ιδιωτικά, σε μια
επιστολή προς τη γυναίκα του.

 

Από τα νεανικά του χρόνια
ήταν υπερόπτης και αυτάρεσκος.

 

Το μόνο που τον απασχολούσε
ήταν τα γραπτά του.
Όταν ακόμη δεν είχε γράψει

 

παρά λιγοστά ποιήματα,
ρωτούσε τον αδερφό του:

 

''Δε σου φαίνεται πως υπάρχει

κάποια ομοιότητα ανάμεσα
στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

 

και σε αυτά που προσπαθώ να κάνω;
Με τα ποιήματά μου

 

προσπαθώ να δώσω στον κόσμο
ένα είδος διανοητικής ικανοποίησης

 

ή πνευματικής απόλαυσης
μετατρέποντας τον καθημερινό άρτο,

 

σε κάτι που διαθέτει τη δική του
μόνιμη καλλιτεχνική ζωή

 

για τη νοητική, ηθική
και πνευματική τους εξύψωση''.

 

Ο Τζόυς πάντα πίστευε στην

 

εξαιρετική σημασία του έργου του,
ακόμη και προτού καν αυτό υπάρξει.

 

Όταν κυκλοφόρησε ο Οδυσσέας του,
αφού πέρασε πολλές δυσκολίες για

 

να βρει εκδότη, έκανε ό,τι μπορούσε
από το χέρι του για να τον προωθήσει.

 

Ήταν πάντα σε επιφυλακή,
προσδοκώντας μια κριτική
ή έστω κάποια αναφορά στον τύπο,

 

καθώς και ότι έγραφε
ευχαριστήρια σημειώματα

 

σε όσους ασχολούνταν
με το μυθιστόρημά του.

 

Γνώρισε πολλές
δυστυχίες στη ζωή του,

 

αλλά απέφευγε να εκδηλώνει
τα συναισθήματά του.
5 από τα 9 αδέρφια του

 

(ο ίδιος ήταν πρωτότοκος)
δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν.

 

Όταν η κόρη του Λουτσία
χρειάστηκε να νοσηλευτεί

 

σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές,
ανέλαβε με ζήλο τη φροντίδα της

 

χωρίς ποτέ να πάψει να ελπίζει
ότι θα αναρρώσει.

 

Ο Τζέιμς Τζόυς πέθανε
λόγω ενός προχωρημένου

 

έλκους του στομάχου,
σε νοσοκομείο της Ζυρίχης

 

στις 13 Ιανουαρίου 1941,
στα 57 του χρόνια.

 

Η Νόρα Μπάρνακλ,
η ίδια του η γυναίκα,

 

δεν καταδέχτηκε ποτέ
να διαβάσει τον Οδυσσέα του.

 

Χαβιέρ Μαρίας

 

Απόσπασμα από το βιβλίο:
''Γράφοντας τις ζωές των άλλων''