Γιάννης Ρίτσος, "Όταν έρχεται ο Ξένος"...

Γιάννης Ρίτσος, "Όταν έρχεται ο Ξένος"...

Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους
σκεπασμένους καθρέφτες
ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε;

[…]

Από πού έρχονταν αυτός ο Ξένος; Τι ζητούσε; Ο δρόμος του
ερχόταν απ’ το χτες ή απ’ το αύριο; Στ’ άλουστα μαλλιά του
ήταν στάχτες και σταγόνες δροσιάς – φανερό πως είχε οδοιπορήσει
μες στη νύχτα

κ’ ίσως νά’χε περάσει απ’ τη φωτιά, κάτω απ’ τ’ αποκαΐδια. Στη φωνή
του αναγνωρίζαμε

το τρίξιμο της πόρτας όταν ανοίγουν να μας φέρουν ένα ζεστό,
όταν τα συνεργεία των ξυλουργών στη γειτονιά μας πλανίζουν μεγάλα
σανίδια

για νέες οικοδομές, όταν στον ίσκιο της μάντρας τα θερινά μεσημέρια,
συνάζονται μαστόροι και τεχνίτες, χειρώνακτες και θεληματάρηδες
και κουβεντιάζουν για το μεροκάματο, απλοποιώντας το χρόνο,
στρογγυλεύοντας τη ζωή σε δυο μονάχα κανονικά ημισφαίρια,
τό’να φωτεινό και τ’ άλλο σκοτεινό· κ’ ύστερα, στη μικρή σιωπή που
μεσολαβούσε

ακουγόταν το τελευταίο περσινό φύλλο που ξεκολλούσε απ’ το δέντρο
κ’ έπεφτε μ’ έναν τρομαχτικό κι ανήκουστο θόρυβο ανάμεσα στα
γόνατά τους

κι αυτοί συνέχιζαν πάλι τη δίκαιη κουβέντα τους για το ψωμί και
το αλάτι

ενώ ο Ξένος συνέχιζε μόνος του πιο πέρα.

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρυνός τοίχος
κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο· τραβούσε το βλέμμα· τραβούσε
την ακοή·

δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε,
έλεγε,

εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε − έτσι έλεγε·−
ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος,

κ’ είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα,
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα

θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας − θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή,
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα
κουδούνια των προβάτων

– διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση
μπροστά ή πίσω, απ’ τό’να ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

[…]

Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε. – Πώς; Πες
μας. Δεν απάντησε.

Αρκεί να θυμηθούμε, – τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους και
φτιάχναμε κοντάρια,

πετώντας τα πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα, δοκιμάζοντας
τη δύναμη των χεριών μας, του ξύλου, του σίδερου, της πέτρας,
του άνεμου,

πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών μας,
μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο μα και το ανάλαφρο.

Η εξοχή μοιραζόταν σε κύκλους μοναξιάς δίπλα στις πικροδάφνες, τις
αλυγαριές, τα βάτα,

τα πουλιά πρωτομάθαιναν τα ονόματά τους, το ίδιο και τα δέντρα και
τα πράγματα

[…]

κι ας ήταν ο κάμπος απέραντος σαν μια αθανασία. Σαν θυμηθούμε,
είπε,

ποτέ δεν έχει περάσει η ώρα αυτού που θυμόμαστε. Τα φραγκόσυκα
δεν έχουν μόνο σχήμα και γεύση – συγκεντρώνουν

έναν κόσμο σπόρους και νοήματα μέσα στην πράσινη τριχωτή
γροθιά τους,

θυμίζουν τις αναβολές μας, θυμίζουν ένα «αργότερα»
σαν συνέχεια της δικής μας παράλειψης,
σαν ελπίδα ανασύνθεσης όλου του κάμπου,

όταν την αυγή τινάζεται ο κορυδαλλός στα ύψη κι ο ύμνος του
κάθετος κ’ ελικοειδής κάνει τη γη να γυρίζει σα σβούρα στην
ανοιχτή μας παλάμη.

[…]

Τότε ακούγονταν απόμακρα

τα όργανα απ’ το πανηγύρι του άλλου χωριού,
στον Άη-Δημήτρη ή πιο πέρα, στα Τάλαντα,

κ’ η στρογγυλή αυριανή βουή πύκνωνε μέσα στις καμπάνες·
ακούγονταν τ’ αλυχτήματα των σκυλιών στα χωράφια, το απόμακρο
βήμα του δραγάτη,

τα χελιδόνια που αναδεύονταν στον ύπνο τους μες στις χλιαρές
φωλιές τους,

οι μυστικές ομιλίες που ρυθμίζανε τη διανομή του νερού στα μποστάνια,
το χτύπημα της τσάπας στο μαλακό υγρό χώμα και πιότερο απ’ όλα
τ’ αστέρια που’παιρναν βαθειές εισπνοές κι αναστενάζαν ήσυχα,
λέγοντας το’να στ’ άλλο, και σε μας, «Τι όμορφη που’ναι η πλάση!»

[…]

Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας – έλεγε ο Ξένος –
πιο ευτυχισμένα,

οι μυστικοί ελαιώνες στους μικρούς λόφους με τ’ αποστολικά σούρουπα,
τα καλαμένια τσαρδιά των χωρικών κουρνιασμένα στα δέντρα
που τα φώτιζαν μόνο τα μικρά μάτια των πουλιών,

τα δεμάτια οι λυγαριές που μαλακώναμε βδομάδες στο ρυάκι να
φτιάξουμε καλάθια,

τα μελωμένα μαύρα σύκα, παγωμένα απ’ την αυγή, όταν αφήναμε
τα σαντάλια μας

μπροστά στη ρίζα της συκιάς και σκαρφαλώναμε στον ουρανό,
όχι απ’ τη σκάλα, μήτε απ’ τα κλαδιά, μα απ’ τα πατήματα του αγέρα
Κάθε βράδυ – θυμάσαι; –

το μέγα αστέρι σαν το μάτι του παντοκράτορα επιτηρούσε τον ύπνο
των βοσκών και των ψαράδων,

και τα πόδια των γυναικών, όταν βγάζαν τις κάλτσες τους,
είταν πλατιά και φωτεινά – φώτιζαν τις μεγάλες ταράτσες όπου
λιάζαν τη μαύρη σταφίδα,

φώτιζαν τα σκαμνιά και τις πόρτες· πριν κοιμηθούν οι γυναίκες
χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους με ιερατικές κινήσεις
σα νά’βρεχαν τα δάχτυλά τους σε αθώρητα, κάθετα ποτάμια,
σα να συνομιλούσαν μ’ έναν άλλον έρωτα, ενώ οι άντρες είχαν
κιόλας κοιμηθεί

[…]

Απρόσιτες γυναίκες, δεσποτικές, αυταρχικές, αειπάρθενες,
φιλενάδες της νύχτας, φιλενάδες της μουγγής βλάστησης,
− είχαν συναντηθεί με τις μάγισσες μες στις βαθειές πέτρινες
σπηλιές γεμάτες τυφλές νυχτερίδες,

κι όταν έρριχναν το αλάτι στο φαΐ ποτέ δεν ήξερες τι προετοιμάζανε·
το τσουκάλι, το καζάνι, το τηγάνι

φορούσαν μια προσωπίδα καπνιά· δε μαρτυρούσαν τα μυστικά
της γυναίκας, δε μαρτυρούσαν

τα κρυφά τους βότανα, τους συνδυασμούς της μαγειρικής τους,
τη μοναξιά τους όταν ψιλοκόβουν το μαϊντανό,
όταν σιδερώνουν στην κάμαρα ως αργά, και τις προφταίνει το
φεγγάρι στο ανοιχτό παράθυρο

κι αυτές προσέχουν μην πατήσουν το τετράγωνο του φεγγαριού
πάνω στο πάτωμα

την ώρα που τα σιδερωμένα εσώρρουχα, στοίβα στο τραπέζι,
είναι σαν άκοπα φύλλα βιβλίων που εκείνες τα διάβασαν
και ξέρουν όλα τα μυστικά του σώματός μας.
Εμείς δε γνωρίζουμε

τα ξόρκια τους όταν γυαλίζουν στην αυλή με χώμα τα χαλκώματα
κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο σαν επίγεια ουράνια

σώματα, κι αστράφτουν
κ’ οι γυναίκες μες στο θρίαμβο της ηγεμονίας τους
μπροστά απ’ τις βουβές στρατιές των κλεισμένων πραγμάτων.

[…]

Κ’ είναι σαν μια έξοδος απ’ το χρόνο, σαν καθήλωση του χρόνου,
σαν κατάργησή του
απ’ την ταχύτητα της σκέψης και της μνήμης και του ονείρου,
κι απ’ την υπομονή της ανθρώπινης πράξης.

Είναι η ένωση, είπε,

του άντρα και της γυναίκας, της σιωπής και της φωνής,

της ζωής και της ποίησης,

και πια το σφύριγμα της σιγαλιάς μέσα στις κλειδαρότρυπες
των σπιτιών δε γίνεται πίσω απ’ τις πλάτες σου
και το φύσημα της νύχτας μες στις τρύπες των άστρων δεν είναι
ένα σύνθημα

για κάποιον άλλον που εσύ δεν τον βλέπεις και υπονοεί εσένα.

[…]

Τότε τα κόκκαλα των Ελλήνων – των Ενετών, των Φράγκων,
των Τούρκων, των Ελλήνων,
θαμμένα κάτω από ολόκληρα βουνά χρόνια και χώματα, αρθρώνονται
έξω απ’ τις πρασινισμένες πανοπλίες τους, και τα σάπια τους ρούχα –

γυμνά σώματα, ευαίσθητα, ακέρια,
στέρεα κ’ ερωτικά, μέσα στην πρώτη γνωριμία των αισθήσεων,
όχι εχθρικά το’να στ’ άλλο, όχι αντίπαλα,
με μόνο τους όπλο την αρχαία επιθυμία τους, το αίμα μας, τη μνήμη μας.

Τα χέρια των αντρών φαρδαίνουν,
ο αντίχειρας γίνεται ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ’ τους αιώνες,
τα βουνά είναι σα γόνιμα στήθεια γυναίκας, λεία κι αγέρωχα,
ογκωμένα απ’ το γάλα.

Και τα ιερά ανθρώπινα εργαλεία
κρέμονται στα καρφιά του σπιτιού, ή στα εργαστήρια,
ήσυχα, σοβαρά, ανεξίθρησκα,
σάμπως να μην υπήρχε χωρισμός και χάσμα κι απουσία και στέρηση.

[…]

Όλα δικά μας – είπε ο Ξένος. – Όλα του κόσμου τούτου –
και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε–
συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθειές στοές και τις έρημες ρίζες,
τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι
που γίνεται

μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια,
διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε
φάνηκαν

κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την
αντίπερα όχθη

των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας
μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος – τελείωσε ο Ξένος
ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό·
δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες.
[...]

ΑΘΗΝΑ Φεβρουάριος 1958

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ
(Αποσπάσματα)