nightcrawler 2015

 

 

Κείμενο από τον Κωστή Δ. Μπίτσιο

 

«ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗΣ / NIGHTCRAWLER»****

 

Ο αγγλικός τίτλος της ταινίας σημαίνει αυτό ακριβώς που είναι ο πρωταγωνιστής της, ένα σκουλήκι. Μίζερος νέος ο «Λου» (Τζέικ Τζίλενχαλ), ψάχνει το εύκολο κέρδος. Είναι ταυτόγχρονα μόνος και μοναχικός, αφού είναι απωθητικός σε κάθε πρώτη ανθρώπινη επαφή. Τον σώνει μόνο το όμορφο παρουσιαστικό του. Σε ένα τυχαίο βραδυνό περιστατικό στους δρόμους του Λος Άντζελες γνωρίζει ένα νέο επάγγελμα, που διαισθάνεται ότι ταιριάζει στο χαρακτήρα του. Έτσι αποφασίζει να ξεκινήσει να εργάζεται ως free-lancer-paparazzo-ρεπόρτερ, πουλώντας το υλικό του σε τηλεοπτικούς σταθμούς. Το παρασιτικό του χαρακτήρα του ανθίζει, αφού ακολουθεί με ευλάβεια όσες τακτικές έχει σκαρφιστεί. Ζώντας εις βάρος των άλλων ανθρώπων, ξεχωρίζει σύντομα σε αυτό το παρα-επάγγελμα, αφού αρχίζει να «στήνει» τα σκηνικά. Εκμεταλλεύεται τον συνεργάτη του «Ρικ» (ο Ριζ Άχμεντ του «Closed Circuit», 2013), εξοντώνει τον ανταγωνιστή του «Τζο» (ο Μπιλ Πάξτον του «Τιτανικού», 1997), εξαγοράζει τη φιλία και το ερωτικό ενδιαφέρον της «Νίνα» (η Ρενέ Ρούσο του «Thor», 2011), δείχνοντας πίστη μόνο στα αδίστακτα σχέδιά του. Για τον «Λου» οι γύρω του αποτελούν εργαλεία επίτευξης των στόχων του και για αυτό καταλήγουν υποχείριά του. Αποζητά την προσωπική ανάδειξη, την δόξα. Είναι ένα ανθρωπάκι, «γύφτουλας» στα οικονομικά, που θέλει να ξεφύγει από την αφάνεια και να γίνει τηλεοπτικός σταρ, σαν αυτούς που θαυμάζει και παρακολουθεί καθημερινά. Δεν θέλει να μοιραστεί τη στιγμή της αναγνώρισής του. Δεν υπάρχει μέσα του στοιχείο ανθρωπισμού, ούτε καν οίκτου. Για αυτό ξεδιάντροπα εκβιάζει ή απειλεί, όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

 

Αξίζουν συγχαρητήρια στον, πολύ αδύνατο εδώ, Τζίλενχαλ για τον τρόπο που χρωματίζει το πορτραίτο αυτού του σύγχρονου αντι-ήρωα. Μετά από είκοσι (20) χρόνια, ως άλλος «Κάιζερ Σόζε» («The Usual Suspects»), ο «Λου» του Τζίλενχαλ βγαίνει ελεύθερος στο πεζοδρόμιο και στοιχειώνει το κινηματογραφικό σύμπαν. Αντίθετα ο 2ος αντι-ήρωας της εταιρείας διανομής Tanweer (ο «Ελεύθερος Σκοπευτής»*** «Κρις») δεν είναι ο «κακός» του φιλμ. Μπορεί στο «American Sniper» να γίνεται αναφορά στον «Κάιζερ Σόζε», αυτός όμως είναι ο Σύριος σκοπευτής. Ο 1ος αντιήρωας της εταιρείας διανομής Tanweer, διαφέρει από τον 2ο αντιήρωα της εταιρείας (ο «Ελεύθερος Σκοπευτής»*** «Κρις») αφού είναι εξαρχής απάνθρωπος. Δεν μετατρέπεται σε τέτοιον δηλ. στην πορεία της ζωής του. Για όποιον έχει έρθει σε επαφή με παρόμοιους σκληρούς ανθρώπους, αντιλαμβάνονται το υποκριτικό κατόρθωμα του Τζίλενχαλ. Και οι υπόλοιποι όμως αποκλείεται να ξεκολλήσουν το βλέμμα τους από την εμμονική ματιά του πρωταγωνιστή.

 

Το φιλμ δίνει την ευκαιρία στην, 60άρα πια, Ρενέ Ρούσο να την ξαναθυμηθεί το κοινό, αφού είχε αποσυρθεί από την τέχνη της για πέντε (5) έτη (2006-2010), με έναν καλό ρόλο. Ως ανασφαλής αρχισυντάκτρια καταφέρνει να γίνει στην αρχή συμπαθής, αφού μπλέκει στα δίχτυα που απλώνει ο μηχανορράφος «Λου». Στην συνέχεια, με τη μεταστροφή του χαρακτήρα της, γίνεται μισητή, αφού ο νέος συνεργάτης της έχει καταφέρει να της ξυπνήσει τη δίψα της για «σπέρμα, αίμα και τηλεθέαση» και ας πρόκειται για παραπληροφόρηση του κοινού. Εξάλλου αυτό που θέλει να υπογραμμίσει ο σκηνοθέτης της ταινίας, είναι ότι ο πραγματικός τρόμος δεν προέρχεται από τον ίδιο τον «Λου», αλλά από τον κόσμο που τον δημιούργησε και τον αντάμειψε στην πορεία.

 

Ο σύζυγος του Ρούσο και σεναριογράφος Νταν Γκίλροϊ, που υπογράφει με τον «Νυχτερινό Ανταποκριτή» την πρώτη του σκηνοθεσία, αποσπά μία υποψηφιότητα για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Το φιλμ υπηρετεί επάξια τους κανόνες του δραματικού θρίλερ, συναρπάσσοντας παρά τον αντιπαθητικό «Λου Μπλουμ». Το καταιγιστικό μοντάζ ανήκει στο δίδυμο αδελφό του σκηνοθέτη, Τζον Γκίλροϊ (μοντάζ και στο «Michael Clayton, 2007), ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός των Νταν και Τζον, και συμπαραγωγός του φιλμ, Τόνι Γκίλροϊ έχει δύο οσκαρικές υποψηφιότητες (σκηνοθεσίας και πρωτότυπου σεναρίου) για το «Michael Clayton». Σε μικρότερο ρόλο η ανηψιά των Νταν και Τόνι Γκίλροϊ, Κάρολιν Γκίλροϊ (κόρη του Τζον Γκίλροϊ), η Μάικλ Χάιϊτ (του αποκαλυπτικού τηλεοπτικού «Left to Die», 2012) και ο Μάικλ Παπατζόν («Selma», «Get on up»). Παραγωγή: Μισέλ Λίτβακ, Ντέιβιντ Λάνκαστερ, Τζένιφερ Φοξ. Την κολλητική μουσική υπογράφει ο Τζέιμς Νιούτον Χάουαρντ («Ο Πρίγκηπας της Παλίρροιας»). Φωτογραφία: Ρόμπερτ Έλσβιτ (Όσκαρ το 2008 για το «There will be blood»).

 

Αριστούργημα*****, Πολύ καλό****, Καλό***, Ενδιαφέρον**, Μέτριο*, Κακό