20150460

 

Παθιασμένος, ταλαντούχος, φιλόδοξος, πρωτοπόρος αλλά και ατρόμητος, κατάφερε να βάλει την ελληνική μόδα στον παγκόσμιο χάρτη και να κάνει ακόμα και τους πιο αυστηρούς κριτικούς μόδας να...παραμιλούν


Αν υπάρχει ένας άνθρωπος ο οποίος δικαιούται τον τίτλο του «βασιλιά» της ελληνικής μόδας, αυτός είναι, αναμφισβήτητα ο Γιάννης Τσεκλένης που ”έφυγε” πριν από λίγες ώρες, στα 82 του χρόνια, έχοντας ζήσει όχι μία αλλά δέκα ζωές και μάλιστα γεμάτες. Διαχρονικά ανήσυχος και αθεράπευτα παθιασμένος, ταλαντούχος, σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς, φιλόδοξος, πρωτοπόρος αλλά και ατρόμητος, απέναντι σε κάθε εμπόδιο που βρέθηκε μπροστά του, κατάφερε να βάλει την ελληνική μόδα στον παγκόσμιο χάρτη, να επιβληθεί στις διασημότερες διεθνείς πασαρέλες, να κάνει ακόμα και τους πιο αυστηρούς κριτικούς μόδας να...παραμιλούν, να προσδώσει στυλ και φαντασία ακόμη και στα πιο αυστηρά ρούχα, όπως οι στολές εργασίας και οι μαθητικές ποδιές, να αποθεώσει τη θηλυκότητα με τις υπέροχες γραμμές του αλλά και ταξιδέψει τον ελληνικό πολιτισμό στα πέρατα του κόσμου αποτυπώνοντας στα σχέδιά του εμφανείς επιρροές από την εγχώρια τέχνη. Γιατί, ο Γιάννης Τσεκλένης, όπως τού άρεσε να λέει συχνά, «δεν χωρούσε πουθενά...»

 

Πράγματι, το καλλιτεχνικό αλλά και το επιχειρηματικό του μέγεθος αποδείχτηκαν σπουδαία και μάλιστα από πολύ νωρίς, από τότε που το 16χρονο αγόρι ακόμα αλώνιζε στο κατάστημα υφασμάτων που διατηρούσε ο πατέρας του στο Κέντρο της Αθήνας, στην Ερμού, στον αριθμό 12. Εκεί, δίπλα στον άνθρωπο που τον στήριξε όσο κανείς άλλος και φρόντισε να εφοδιαστεί με τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να μπορέσει να πετάξει ψηλά, έκανε τα πρώτα του μεγάλα όνειρα παράλληλα με τις τρέλες και τις υπερβολές του ασυγκράτητου νεαρού που ήθελε να ρουφήξει τη ζωή μέχρι το μεδούλι της, που επιθυμούσε να τα ζήσει όλα εδώ και τώρα.

 

Ήταν μόλις 18 όταν εμπνεόταν από τα διασημότερα ξένα περιοδικά μόδας και επέβαλε τις προχωρημένες για την εποχή ιδέες του στις εντυπωσιασμένες από την φαντασία και το ταλέντο του μοδίστρες του μαγαζιού οι οποίες παρακολουθούσαν, γεμάτες θαυμασμό, τη γέννηση ενός νέου αστεριού. Κανείς, όμως,τότε, δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο ψηλά μπορούσε να φθάσει. Κανείς, εκτός από τον ίδιο, και την χειμαρρώδη δίψα του για δημιουργία και πρωτοπορία.

 

Οι γυναίκες της ζωής του και ο μοιραίος έρωτας

Το ασυγκράτητο αυτό πάθος, ωστόσο, δεν χαρακτήριζε μόνον τις επαγγελματικές αλλά και τις προσωπικές του επιλογές. Γιατί για τον Γιάννη Τσεκλένη ο έρωτας, ο κεραυνοβόλος, ο ασυγκράτητος, ο ανεξήγητος, ο επικίνδυνος έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη ζωή του. Τον συνάντησε, για πρώτη φορά, ένα βράδυ του 1960, στο πρόσωπο της Άσπα Πεσματζόγλου, κόρης του τότε ιδιοκτήτη της εταιρείας Opel. Η οικογένειά της δεν τον εγκρίνει, αυτό, όμως, δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στις επιθυμίες του. Την κλέβει, λίγους μήνες αργότερα παντρεύονται και στη συνέχεια αποκτούν ένα γιο.

Έμελλε, ωστόσο, ο πρώτος αυτός νεανικός έρωτας να μην είναι η μία, η μοναδική, η μοιραία αγάπη της ζωής του. Αυτή τήν συνάντησε πέντε χρόνια αργότερα, στο πρόσωπο την καλλονής Μις Ελλάς Έφης Μελά για την οποία δεν δίστασε να τινάξει τα πάντα στον αέρα: Γάμο, οικογένεια, σπίτι...Και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Το σκάνδαλο που ξέσπασε όταν έγινε γνωστός ο δεσμός τους, τεράστιος. Κανείς από τους δύο όμως δεν έκανε πίσω. Ίσως γιατί ένιωθαν, βαθιά μέσα τους, πως αυτή τη μάχη άξιζε να τη δώσουν μέχρι το τέλος. Κι αυτό έκαναν…

 

Η διεθνής καριέρα

«Η Εφη ήταν για μένα ο καταλύτης όταν μπήκα για τα καλά στη μόδα. Για μια δεκαετία ήταν σύμβουλος και κριτής» θα εξομολογηθεί, χρόνια αργότερα, ο ίδιος. Πράγματι, ήταν εκείνη πρωταγωνίστρια, εκτός από τη ζωή του και στη δουλειά του. Ήταν η μούσα του, το μοντέλο του, η συμβουλάτοράς του, η δύναμη του. Μαζί της πήγε στην Αμερική και κατέκτησε τις διασημότερες πασαρέλες του κόσμου με τα πρωτοποριακά, φρέσκα αλλά και συνάμα γεμάτα ιστορία σχέδιά του. Ελληνικ μωσαϊκά, κορινθιακά αγγεία, καραγκούνες, σκυριανά κεντήματα αλλά και στοιχεία βυζαντινά και «νότες» του ιμπρεσιονισμού «παρελαύνουν» από τα πολύχρωμα ρούχα του και αναγκάζουν Αμερική και Ευρώπη να υποκλιθούν στο ταλέντο του. Ο 'Έλληνας Yiannis είχε πλέον κατακτήσει τον κόσμο! «Δούλεψα φέρνοντας αίγλη από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Πρώτα ήταν οι βιτρίνες στο Λονδίνο, 120 μαγαζιά , καταχωρήσεις, διαφημίσεις, editorial και μετά εδώ» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο ίδιος.

 

Το χτύπημα της αρρώστιας

Ήταν τότε, το 1975, στην πιο δημιουργική του φάση, στο απόγειο της δόξας του που ήρθε το μεγαλύτερο χτύπημα και λεγόταν μελάνωμα. Ένα είδος καρκίνου σχετικά άγνωστο εκείνη την εποχή αλλά όχι και ακίνδυνο. Η πρώτη εγχείρηση που γίνεται στη Νέα Υόρκη και οι χημειοθεραπείες που ακολουθούν δεν μπορούν να εμποδίσουν την μετάσταση. Ένα χρόνο αργότερα οι γνώμες όλων των γιατρών δεν αφήνουν περιθώρια για εναλλακτικές λύσεις. Ο ακρωτηριασμός του χεριού του ήταν ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσε, ίσως, να του σώσει τη ζωή. Ζόρικη κατάσταση ακόμη και για έναν ατρόμητο τύπο όπως ήταν ο Τσεκλένης. Η ανακοίνωση τον σόκαρε:« Όταν έμαθα ότι πρέπει να μου κόψουν το χέρι έφυγα από το ξενοδοχείο και έπεσα σε μια κραιπάλη τρομερή. Μια βδομάδα γυρνούσα σαν τρελός στη Νέα Υόρκη» είχε εξομολογηθεί ο ίδιος. Δεν του πήρε, όμως, πολύ χρόνο, να επανέλθει και να αποφασίσει να αντιμετωπίσει το τέρας στα ίσια. Από τότε, μάλιστα, έθεσε έναν νέο στόχο: να κάνει καλύτερα μέ ένα χέρι αυτά που οι άλλοι έκαναν με δύο!

 

Οι οικονομικές δυσκολίες και η ολική επαναφορά

Την περίοδο που πάλευε με την σοβαρή ασθένειά του αναγκάστηκε, εκ των πραγμάτων, να αφήσει πίσω της δουλειές. Τα ταμεία και οι τράπεζες όμως δεν είχαν συναισθήματα, τον χτύπησαν αλύπητα, τον ανάγκασαν να κλείσει όλα του τα μαγαζιά στην Ελλάδα και να φύγει για το εξωτερικό. Εκε,ί τουλάχιστον, ήταν σίγουρος πως εκτιμούσαν το ταλέντο του. Για την πατρίδα του δεν ήταν σίγουρος... Γι' αυτό και όταν έκανε την πρώτη του μεγάλη επίδειξη μόδας μετά την περιπέτεια της υγείας του, σε γνωστό ξενοδοχείο της Αθήνας, είπε με παράπονο και μια ελαφριά δόση ειρωνείας στο πλήθος των δημοσιογράφων και των φωτογράφων που είχαν συγκεντρωθεί: «΄Επρεπε να ακρωτηριαστώ για έρθετε όλοι;»

Τελικά, ούτε τα οικονομικά προβλήματα κατάφεραν να τον λυγίσουν. Πήγε στη Νέα Υόρκη με άδειες τσέπες και μέσα σε χρόνο ρεκόρ κατάφερε να ξαναχτίσει την αυτοκρατορία του. Το μαγαζί της Αθήνας ξανάνοιξε ενώ ακολούθησαν σημαντικότατες συνεργασίες με τις μεγαλύτερες εταιρείες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μέχρι και ο Ωνάσης γοητεύτηκε από το ταλέντο του και του ζήτησε να σχεδιάσει τις στολές της Ολυμπιακής. «Μα έχουμε τον Pierre Cardin», του είχαν επισημάνει τότε οι δικοί του άνθρωποι προσπαθώντας να τον επαναφέρουν στο τάξη. «Εγώ θέλω τον δικό μας» απάντησε εκείνος, γνωστός για την ξεροκεφαλιά του αλλά και το αλάνθαστο ένστικτό του.

Έτσι, παθιασμένα και με το βλέμμα στραμμένο πάντα στο μέλλον έζησε ολόκληρη τη ζωή του ο Γιάννης Τσεκλένης, έχοντας πάντα στο πλευρό του την Έφη του, τη μεγάλη του αγάπη και διαχρονική μούσα του.

 

Πηγή: Πρώτο Θέμα. Της Αναστασίας Κουκά