Εδώ και πολλούς μήνες ήταν στο νοσοκομείο, πραγματικά μια θλιβερή μέρα όχι μόνο για το Ελληνικό τραγούδι, αλλά για όλους τους Έλληνες που μόνιμα παραβλέπουμε την ανθρώπινη πλευρά των γεγονότων. Η Αρλέτα ήταν ανακάλυψη του Γιώργου Παπαστεφάνου. 

 

Η Αρλέτα γεννήθηκε στην Αθήνα και το πραγματικό της όνομα ήταν Αργυρώ-Νικολέτα Τσάπρα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Ξεκίνησε τη δισκογραφική της καριέρα την δεκαετία του 1960 συμμετέχοντας στο λεγόμενο νέο κύμα της ελληνικής μουσικής. Στα πρώτα της δισκογραφικά βήματα συνεργάστηκε με αρκετούς γνωστούς συνθέτες, όπως ο Γιάννης Σπανός, ο Μάνος Χατζιδάκις, και ο Μίκης Θεοδωράκης.

 

Δημοσιεύουμε συνέντευξη που είχε δώσει πριν από μισό αιώνα το 1967 στον Γιώργο Πηλιχό, στον Ταχυδρόμο και αναδημοσίευσε πριν από μερικά χρόνια το Όγδοο.gr

 

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
ΕΤΟΣ ΙΓ’ ΑΡΙΘ. 665
ΑΘΗΝΑΙ, 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1967
Ένα νέο κορίτσι, ένα νέο όνομα, πολλά νέα τραγούδια.

 

Η Αρλέτα δεν είναι ακόμα διάσημη. Ούτε καν γνωστή σ’ ένα περιορισμένο, έστω, κοινό. Ωστόσο κατόρθωσε με τον πρώτο, κιόλας, δίσκο της, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά στο χώρο της ερμηνείας του ελληνικού τραγουδιού. Κάτι τέτοιο είχε να συμβεί πολλά χρόνια. Από τότε που πρωτοεμφανίστηκε η Νάνα Μούσχουρη. Μ’ αυτό δεν θέλουμε να πούμε πως στο διάστημα που μεσολάβησε δεν παρουσιάστηκαν άλλες «καινούριες φωνές». Παρουσιάστηκαν και ορισμένες, μάλιστα, είναι αρκετά ενδιαφέρουσες (Φαραντούρη, Διονύσης Σαββόπουλος, Μοσχολιού, Χωματά, Γεωργίου, Λάκης Παπάς, για να αναφέρουμε μερικά ονόματα). Η Αρλέτα, όμως, δεν είναι απλώς μια απ’ τις «καινούριες φωνές» που, από τότε που το τραγούδι πέρασε στο δίσκο, κατακλύζουν κάθε τόσο την «πιάτσα». Είναι κάτι παραπάνω. Είναι η ουσιαστικά «καινούρια» φωνή. Κι όχι μόνο φωνή. Είναι μια τραγουδίστρια με ξεχωριστό ερμηνευτικό ύφος, με δυνατή προσωπικότητα. Αν ήσουν υποχρεωμένος να τη συγκρίνεις με μια απ’ τις μεγάλες σημερινές τραγουδίστριες θα μπορούσες να πεις ότι η Αρλέτα είναι κάτι μεταξύ Τζόαν Μπαέζ και Τζούντυ Κόλινς. Στην πραγματικότητα, όμως, η Αρλέτα μοιάζει μόνο στην Αρλέτα, η φωνή της είναι μοναδική, όπως κι ο τρόπος που τραγουδάει. Με δυο λόγια, η Αρλέτα είναι η μέλλουσα μεγάλη ερμηνεύτρια του ελληνικού τραγουδιού ποιότητας. Με την βεβαιότητα αυτή ο «Ταχυδρόμος» παρουσιάζει σήμερα στους αναγνώστες του την Αρλέτα, όπως με την ίδια βεβαιότητα είχε πριν έξη χρόνια πρωτοπαρουσιάσει την Νάνα Μούσχουρη.

 

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΟΧΙ ΣΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ…

Τη γνωριμία μου με την Αρλέτα την έκανα εντελώς τυχαία, πριν λίγο καιρό, μέσα στον «Ίκαρο», όπου εκτός από τα βιβλία διατίθενται και δίσκοι. Το παράξενο και συγχρόνως αυθάδικο πρόσωπό της, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το συγκρατημένο ύφος της, μου θύμισαν, σαν εξωτερική παρουσία, κάποια γνωστή μου κοπέλα από τη Λάρισα, τόσο που νόμισα πως υπήρχε συγγενικός δεσμός ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα.

«Όχι, δεν είμαι από τη Λάρισα» μου είπε ξερά η Αρλέτα όταν της φανέρωσα την υπόθεση που είχα κάνει. Κι αμέσως μετά έσπευσε να εξαφανιστεί.

Η κ. Ρηνιώ Παπανικόλα, που εργάζεται στη δισκοθήκη του «Ίκαρου», είχε παραστεί μάρτυς σ’ αυτή τη σκηνή της σύντομης συνάντησής μου με την Αρλέτα και βλέπονάς με σε κάποια αμηχανία, μου είπε: «θέλετε να μάθετε ποια είναι η κοπέλα που έφυγε;»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω και η κ. Παπανικόλα πήρε ένα δίσκο, τον έβαλε στο πικ-απ και πρόσθεσε: «ακούστε αυτό το τραγούδι». Το άκουσα... Ήταν ένα ενδιαφέρον ελληνικό τραγούδι σε στίχους και μουσική, που δεν ανήκε, ωστόσο, σε κανένα απ’ τους γνωστούς Έλληνες συνθέτες:

Δεν είχε το νησί κατάρτια
Δεν είχε το νησί φωτιά
Δεν είχε το νησί τραγούδια
Γιατί μισέψαν τα παιδιά.
Δεν είχε το νησί φεγγάρια
Μαρμάρωσε κι η κοπελιά
Στο πέτρινο χαμόγελό της
Γίναν τα όνειρα καράβια…

Και καθώς ο δίσκος συνέχιζε τους κύκλους του πάνω στο πλατώ, οι στίχοι κι η μουσική του «Πέτρινου χαμόγελου» άρχισαν να περνάνε σε δεύτερο πλάνο και να κυριαρχεί η φωνή που ερμήνευε το τραγούδι. Μια φωνή όχι σαν όλες τις άλλες, μια ερμηνεία που ανάδινε ένα παράξενο μαγνητισμό.

«Είναι η κοπέλα από τη… Λάρισα!» είπε, χαμογελώντας, η κ. Ρηνιώ Παπανικόλα. Και πρόσθεσε: «Τη λένε Αρλέτα».

Και γιατί έφυγε έτσι σαν τρομαγμένο πουλί;
«Έχει μάθημα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Είναι ζωγράφος και μαθήτρια στο β’ έτος του Γιάννη Μόραλη».

Μα δεν είναι επαγγελματίας τραγουδίστρια;
«Όχι. Κι ούτε θέλει, νομίζω, να γίνει. Τραγουδάει έτσι, για κέφι. Κι απορώ, μάλιστα, πως πείστηκε να κάνει τραγούδια σε δίσκο».

Και η κ. Παπανικόλα τελείωσε τη φράση της μ’ αυτή τη διευκρίνιση: «Είναι ένα κορίτσι όχι σαν τα άλλα».

Το ίδιο βράδυ είχα την επιβεβαίωση αυτής της διευκρίνησης από τον ίδιο τον καθηγητή της Αρλέτας στη Σχολή Καλών Τεχνών, το φίλο και διακεκριμένο ζωγράφο κ. Γιάννη Μόραλη, όταν τον συνάντησα με άλλους φίλους στο «Ελληνικό».

Έχετε μια θαυμάσια τραγουδίστρια στη Σχολή. Το ξέρετε; Ρώτησα. Ο Γιάννης Μόραλης απάντησε: «Για την Αρλέτα θα μιλάς ασφαλώς. Ναι, το ξέρω. Το έμαθα προχθές όταν οι συμμαθητές της τής έδιναν συγχαρητήρια για τον πρώτο της δίσκο».

Λίγο παράξενη κοπέλα. Δεν συμφωνείτε;
«Ναι, σίγουρα είναι μια ιδιότυπη καλλιτεχνική φύση. Γέλασα προχθές, μάλιστα, με την απάντηση που έδωσε η Αρλέτα στους συμμαθητές της όταν της παραπονέθηκαν ότι δεν τους είχε μιλήσει ποτέ για την επίδοσή της στο τραγούδι. Τους είπε: Μήπως σας μίλησα ποτέ άλλοτε για τίποτα;»

Ώστε θα τα έβρισκα σκούρα αν της ζητούσα μια συνέντευξη;
Ο κ. Γιάννης Μόραλης ανασήκωσε τους ώμους του. Και στην απαισιόδοξη κίνησή του πρόσθεσε κι αυτή τη φράση: «Για προσπάθησε… Μπορεί και να την πείσεις να σου μιλήσει…»

 

«ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΘΩ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΚΑΙ ΚΙΘΑΡΑ…»

Πριν ξεκινήσω για την… επιχείρηση «συνέντευξη με την Αρλέτα, θεώρησα καλό να προετοιμάσω το έδαφος, ώστε να μη βρεθώ στην πιθανή άρνηση. Το «ματς» έπρεπε να δοθεί οπωσδήποτε παρουσία διαιτητού». Για καλή μου τύχη ο «διαιτητής» βρέθηκε στο πρόσωπο μιας κοινής μας φίλης, που προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει να συναντήσω «εντελώς κατά τύχην» στο σπίτι της την Αρλέτα. Τελικά η συνάντηση-ενέδρα πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα.

Με θυμάστε;
Ρώτησα την Αρλέτα ύστερα απ’ τη χειραψία των συστάσεων.
Εκείνη μ’ ένα υπομειδίαμα, ελαφρώς σαρκαστικό, απάντησε: «Αν δεν κάνω λάθος, είστε ο κύριος απ’ τη Λάρισα…»
Όταν ύστερα από λίγο, της είπα πως θα επιθυμούσα πολύ να έχω μια συνέντευξη μαζί της, η Αρλέτα απόρησε: «Σοβαρολογείτε;» παρατήρησε.

Ναι, απάντησα. Και αν δεν έχετε αντίρρηση να κάνουμε τη συνέντευξη τώρα αμέσως. Μετά τον πρώτο σας δίσκο, ορίστε και η πρώτη σας συνέντευξη…
Η Αρλέτα σιωπούσε για κάμποση ώρα. Ύστερα μου είπε: «Μα τι ενδιαφέρον μπορούσε να έχει η συνέντευξη με μια άγνωστη; Άλλωστε δεν έχω τίποτα να πω».

Πιστεύω πως η συνέντευξη αυτή θα βοηθήσει το κοινό να σας ανακαλύψει. Δεν θέλετε ν’ ακούσουν τα τραγούδια σας εκείνοι τουλάχιστον που πρέπει να τ’ ακούσουν;
«Αυτοί που πρέπει να τ’ ακούσουν θα τ’ ακούσουν και χωρίς τη συνέντευξη…»

Και οι άλλοι, οι πολλοί, δεν πρέπει κι αυτοί κάποτε να μάθουν ν’ ακούνε κάτι καλύτερο από κείνο που καταναλώνουν σήμερα; Γιατί γυρίσατε, τότε, αυτόν τον δίσκο; Για τους λίγους;
«Ακούστε κύριε, εμένα μ’ αρέσει να τραγουδάω έτσι, για κέφι. Δεν σκοπεύω να πουλήσω το τραγούδι μου στο κοινό των ταβερνών και των νυχτερινών κέντρων, όπου ο πελάτης έχει πάντα δίκιο και μπορεί την ώρα που εσύ τραγουδάς αυτός να κόβει, ή να μασουλάει την μπριζόλα του! Τώρα γιατί γύρισα αυτόν τον δίσκο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία… Ούτε κι εγώ ξέρω να σας πω, πως βρέθηκα μια μέρα στο στούντιο, ούτε και πως κουρδίστηκα για να τραγουδήσω μπροστά σε μικρόφωνα και άλλα μαραφέτια. Φαίνεται πως ο κ. Πατσιφάς, που για λογαριασμό της εταιρείας του, της Λύρας, γύρισα αυτό το δίσκο, είναι ένας άνθρωπος που εκτός από μεγάλη υπομονή, διαθέτει επίσης κι ένα τρόπο να σε πείθει, ότι μπορείς να τραγουδάς ακόμα κι όταν δεν έχεις κέφι».

Όλα δείχνουν πως η συνέντευξη είχε αρχίσει, έστω και χωρίς την άμεση συγκατάθεση της Αρλέτας.

«Θέλετε τσιγάρο;» μου είπε σε μια στιγμή η Αρλέτα και μου πρότεινε το πακέτο της. Προτιμώ να μου πείτε πότε ανακαλύψατε τη διάθεσή σας να τραγουδάτε;
Η Αρλέτα διεύρυνε το υπομειδίαμα σε μειδίαμα και μου είπε: «Όταν ήμουν τεσσάρων ετών… Στα βαφτίσια μου. Τότε, μπροστά στους καλεσμένους, στο σπίτι μας, μου ήρθε να τραγουδήσω. Θυμάμα πόσο μου άρεσε το τραγούδι του Γιάκοβλεφ Ένας λύκος καπετάνιος απ’ τη Σύρα. Ήταν της μόδας. Αυτό τραγούδησα σ’ εκείνα τα περίεργα βαφτίσια…»

Συνεπώς έχετε τραγουδήσει ήδη από τεσσάρων ετών μπροστά σε κοινό…
Η Αρλέτα γέλασε αυτή τη φορά. Ύστερα, πάλι, αναδιπλώθηκε στην αρχική επιφυλακτική στάση της. «Με βάζετε τελικά στο χορό της συνέντευξης» παραπονέθηκε. Έκανα πως δεν άκουσα. Και ξαναγύρισα τη συζήτηση στα βαφτίσια της.

Για τι ήταν περίεργα τα βαφτίσια σας; ρώτησα.
«Ε, δεν είναι και τόσο φυσσικό να βουτάνε γυμνό σε μια κολυμπήθρα ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών κι εκείνο να βαστιέται απ’ τα γένια του παπά που θυμωμένος λέει… και τ’ όνομα αυτής Αργυρώ-Νικολέτα…»

Ώστε το Αρλέτα είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο;
«Όχι. Είναι απλώς το όνομά μου. Σύντμηση, δηλαδή, της Αργυρώς και της Νικολέτας. Όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν δυνατό να με φωνάζουν με δύο ονόματα…»

Τότε γιατί σας δώσανε δυο ονόματα;
«Ιδιοτροπία των γονιών μου. Λέγανε τους παππούδες μου Αργύρη και Νίκο κι επειδή δεν ήμουν αγόρι, τα ονόματα γίνανε Αργυρώ και Νικολέτα…»

 

 

Και σας άρεσε να τραγουδάτε από τότε ακόμα που είσαστε στις… φασκιές;
«Όχι ακριβώς… Όταν ήμουν στις φασκιές τσίριζα. Αργότερα τόριξα στο τραγούδι».

Στη συνέχεια η Αρλέτα μου φανέρωσε πως δεν… ευθύνεται και τόσο η ίδια για το ότι τραγουδούσε από παιδί. Ήταν μια κληρονομική προδιάθεση, γιατί ο Ρουμελιώτης πατέρας της (κατάγεται απ’ τον Ορχομενό) είχε κι εκείνος αδυναμία στο τραγούδι κι όταν βρισκόταν στα κέφια του καιγότανε το πελεκούδι μέχρι Λειβαδιάς, όπου και ανευρέθη η καλή του, που έμελλε να είναι η μητέρα της Αρλέτας.

Πότε για πρώτη φορά συνειδητοποίησες - ρώτησα τη νεαρή συνομιλήτριά μου - το ενδιαφέρον σου για το τραγούδι;
Η Αρλέτα απάντησε: «Αυτό έγινε σε δυο φάσεις: Στα 14 χρόνια μου ήθελα να μάθω ποδήλατο και κιθάρα!... Σ’ αυτή τη φάση έμαθα, τελικά, μόνο ποδήλατο… Ένα χρόνο αργότερα αποφάσισα να μάθω και κιθάρα για να ακομπανιάρω τον εαυτό μου σαν μ’ έπιανε το κέφι να τραγουδάω. Πήγα στον Φάμπα αλλά δεν κατόρθωσα να τελειώσω ούτα τα βασικά μαθήματα. Έμεινα μόνο 7 μήνες…»

Σ’ αυτό το διάστημα;
Η Αρλέτα δεν μ’ άφησε να τελειώσω. Μου είπε: «Ξέρω… Ξέρω τι θέλετε να με ρωτήσετε. Για την επίδοσή μου σ’ αυτούς τους 7 μήνες. Ε, λοιπόν περισσότερη ήταν η αγάπη μου για την κιθάρα παρά η επίδοση…»

Και γιατί διακόψατε τα μαθήματα με τον Φάμπα;
«Διότι έπρεπε ν’ αρχίσω άλλα μαθήματα. Διότι με κατέτρωγε και άλλο σαράκιον… Της ζωγραφικής!»

Ενώ η Αρλέτα τελείωνε το Αρσάκειο του Ψυχικού έκανε παράλληλα φροντιστήριο για να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στα 17 της ήταν κι όλας στην προκαταρκτική της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και τον Ιούνιο του 1965 βρισκόταν πρωτοετής στα εργαστήρια της Σχολής. Ήδη είναι δευτεροετής στην τάξη του Γιάννη Μόραλη.

Το ότι εξακολουθείτε να παρακολουθείτε την Σχολή Καλών Τεχνών - ρώτησα - σημαίνει ότι η ζωγραφική σας ενδιαφέρει περισσότερο απ’ το τραγούδι;
Η Αρλέτα απάντησε: «Πριν σας απαντήσω σε αυτό το ερώτημα, θα σας κάνω γνωστό κάτι άλλο. Τελειώνοντας τις γυμνασιακές μου σπουδές δεν με απασχολούσε ούτε το τραγούδι, ούτε η ζωγραφική. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος! Κι ίσως ακόμα και σήμερα να μην έχω παραιτηθεί εντελώς απ’ αυτή την επιδίωξη, παρ’ όλο που διαισθάνομαι ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να σταδιοδρομήσει κανείς σ’ αυτό το επάγγελμα. Ή δεν είναι και τόσο δύσκολο;»

Εξαρτάται. Αν και σήμερα είσαι ότι δηλώσεις, όπως λέει κι ο Γιάννης Τσαρούχης. Μου χρωστάτε, όμως, μια απάντηση…
Η Αρλέτα συνέχισε: «Βέβαια. Με ρωτήσατε αν σημαίνει πως μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η ζωγραφική απ’ το τραγούδι επειδή εξακολουθώ να πηγαίνω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αλλά γιατί πρέπει να μ’ ενδιαφέρει περισσότερο η ζωγραφική;»

Μα, προηγουμένως δεν μου είπατε ότι σταματήσατε την κιθάρα γιατί σας ενδιέφερε να μπείτε στη Σχολή Καλών Τεχνών;
«Ναι, αλλά σήμερα ξανάπιασα την κιθάρα. Τώρα κάνω μαθήματα με τον Γεράσιμο Μηλιαρέση».

 

 

Ωστόσο κάτι απ’ τα δυο θα σας ενδιαφέρει περισσότερο.
«Κάπου διάβαζα ότι ένας δημοσιογράφος είχε ρωτήσει τον Τσέχωφ αν αγαπάει περισσότερο το θέατρο απ’ την ιατρική κι ότι ο συγγραφέας του «Γλάρου» απάντησε: Η Ιατρική είναι η γυναίκα μου, το θέατρο η ερωμένη μου. Σε μια ανάλογη σχέση τοποθετώ κι εγώ το ταυτόχρονο ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική και το τραγούδι».

Δηλαδή η ζωγραφική είναι ο «σύζυγος;»
«……….»

 

 

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΜΕ ΤΗΝ «ΛΥΡΑ»

Το ότι η Αρλέτα είχε αρνηθεί πιο πριν ν’ απαντήσει σ’ ένα ερώτημα, σήμαινε πως είχε προσαρμοστεί πλέον στο κλίμα της συνέντευξης; Έτσι τουλάχιστον νόμιζα, ως τη στιγμή που η ίδια με αιφνιδίασε μ’ αυτή τη δήλωση: «Σίγουρα θα νομίζετε ότι καταφέρατε να με βάλετε στη φάκα της συνέντευξης. Για να μην έχετε όμως αυταπάτες, σας δηλώνω πως μπήκα με τη θέλησή μου σ’ αυτή τη φάκα. Ειλικρινά με διασκεδάζει πολύ αυτό το παιχνίδι των ερωτήσεων και απαντήσεων. Ως τώρα πίστευα ότι το θύμα είναι ο ερωτώμενος. Αλλά νομίζω πως δεν είναι κι απορώ γιατί ορισμένοι διστάζουν ή φοβούνται να συμπράξουν σε μια συνέντευξη. Ορίστε, συνεχίστε…»

Αυτό σημαίνει ότι δεν απαντάτε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μου;
«Και νάθελα δεν θα μπορούσα. Είμαι αθεράπευτα ειλικρινής, μέχρι μανίας!»

Τότε ας συνεχίσουμε το «παιχνίδι» μας… Σπουδάσατε μουσική σε κανένα Ωδείο;
«Ουσιαστικά όχι. Μόνο για πέντε μήνες παρακολούθησα μαθήματα στο Εθνικό Ωδείο».

Δηλαδή, δεν ξέρετε να διαβάζετε μια παρτιτούρα;
«Ούτε τις νότες των τραγουδιών που τραγουδάω!»

Και τότε πως μαθαίνετε τα τραγούδια αυτά που έχετε γράψει στο δίσκο;
«Έτσι με το αφτί!»

Αυτό όμως δεν νομίζετε πως θα σας δυσκολέψει αργότερα, όταν και αν θελήσετε να σταδιοδρομήσετε πιο πλατιά σαν τραγουδίστρια;
«Δεν έχω σκεφτεί κάτι τέτοιο. Ούτε και νομίζω πως θα επιδιώξω να ζήσω από το τραγούδι».

Ωστόσο έχετε προχωρήσει, αν δεν κάνω λάθος, σε μια ημιεπαγγελματική αντιμετώπιση του τραγουδιού. Με την εταιρία «Λύρα» δεν έχετε υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας για δίσκους;
«Ναι, έχω υπογράψει τριετές συμβόλαιο».

Σεις ανακαλύψατε τη «Λύρα» ή εκείνη εσάς;
«Ούτε εκείνη, ούτε εγώ. Κάποιος φίλος μου που συνεργαζόταν με την «Λύρα» μίλησε μια μέρα για μένα στον κ. Αλέκο Πατσιφά, εκείνος ζήτησε να μ’ ακούσει, του άρεσα κι έτσι έφτασα στο συμβόλαιο και τον πρώτο δίσκο. Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος που με σύστησε στον κ. Πατσιφά είναι ο Γιώργος Παπαστεφάνου, που έχει γράψει και τους στίχους σε τέσσερα απ’ τα δώδεκα τραγούδια του πρώτου μου δίσκου. Τον Παπαστεφάνου τον γνώρισα το περασμένο καλοκαίρι στην Ύδρα, με μια φιλική συντροφιά. Μάλιστα, εκείνος δεν ήταν στην παρέα μας. Καθόμαστε κοντά στη θάλασσα κι ενώ οι φίλοι μου κολυμπούσαν, εγώ τραγουδούσα για να τους διασκεδάζω. Πλάι μας ήταν μια άλλη συντροφιά που διασκέδαζε με διαφορετικό τρόπο: μ’ ένα τρανζίστορ που τσίριζε στη διαπασών. Σε μια στιγμή δεν κρατήθηκα και τους φώναξα να το χαμηλώσουν. Ο κύριος που σεβάστηκε την επιθυμία μου ήταν ο Γιώργος Παπαστεφάνου, που προστέθηκε κατόπιν στη δική μας συντροφιά κι όταν με άκουσε να τραγουδάω μου είπε πολύ σοβαρά: Θα είχατε αντίρρηση όταν γυρίσουμε στην Αθήνα να πάμε μια μέρα να σας ακούσει ο κ. Πατσιφάς, που διευθύνει την εταιρία δίσκων «Λύρα»; Απάντησα όχι και τα υπόλοιπα τα ξέρετε…»

Ναι, τα ξέρω. Δεν ξέρω όμως πως καταφέρνετε όχι μόνο να τραγουδάτε χωρίς «νότες», αλλά και να παίζετε κιθάρα.
«Σας είπα με το αφτί»!

Με το αφτί τραγουδάτε και ακομπανιάρετε τραγούδια σαν το «Πέτρινο χαμόγελο» και σαν το «Λιβάδι»;
«Ναι με το αφτί!... Και με το μαγνητόφωνο. Τραγουδάω, δηλαδή, μπροστά στο μικρόφωνο ενός μαγνητοφώνου, ακούω τη φωνή μου και το ακομπανιαμέντο μου και διορθώνω σιγά-σιγά τα λάθη μου».

Θα σας βοηθάει, ίσως, κι ο συνθέτης των τραγουδιών, ο Χουλιαράς ας πούμε…
Στο σημείο αυτό η Αρλέτα γέλασε. Ύστερα συνέχισε: «Ο Χουλιαράς δεν είναι μουσικός. Είναι γλύπτης και έχει ακόμα λιγότερες θεωρητικές γνώσεις μουσικής απ’ ότι έχω εγώ!»

Ωστόσο, στο δίσκο σας αναφέρεται όχι μόνο σαν στιχουργός αλλά και σαν συνθέτης του «Πέτρινου χαμόγελου» και του «Λιβαδιού». Που, κατά τη γνώμη μου, είναι και τα καλύτερα απ’ τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου.
«Ναι αυτός είναι ο συνθέτης των τραγουδιών. Γράφει κι εκείνος τη μουσική με το αφτί! Και χρησιμοποιεί επίσης το μαγνητόφωνο. Δηλαδή, τραγουδάει εκείνος πρώτα, επαναλαμβάνω εγώ τη μελωδία και σιγά-σιγά περνάμε το κάθε τραγούδι στο μαγνητόφωνο. Κι αυτό είναι κάτι που δεν το επινοήσαμε τώρα που χρειάστηκε να γράψω τραγούδια σε δίσκο, αλλά η παλιά μέθοδος που χρησιμοποιούσαμε όταν μαζευόμαστε διάφοροι φίλοι για να διασκεδάσουμε. Και, φυσικά, κανείς μας δεν σκέφτηκε σ’ αυτές τις διασκεδάσεις πως μ’ αυτό τον τρόπο εγώ θα γινόμουν μια μέρα τραγουδίστρια δίσκων κι ο Χουλιαράς επώνυμος συνθέτης. Καμιά τέτοια σκέψη δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μας ως την ημέρα που ο Γιώργος Παπαστεφάνου μου πρότεινε να με συστήσει στη Λύρα».

Να μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι ο τρόπος που ακομπανιάρετε τον εαυτό σας στα δώδεκα τραγούδια που ερμηνεύετε στον πρώτο σας δίσκο, δεν φανερώνει πρόχειρη γνώση του οργάνου.
«Σωστή η παρατήρηση. Στο ακοπανιαμέντο με βοήθησε αποτελεσματικά ένας θαυμάσιος κιθαρίστας: ο Νότης Μαυρουδής».

 

ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΦΩΝΗ

Το «ματς» βρισκόταν στους τελευταίους γύρους κι η Αρλέτα κέρδιζε στα «σημεία». Είχα καταλάβει πλέον πως δεν αντιμετώπιζα απλώς «μια κοπέλα που ξέρει να τραγουδάει», αλλά συγχρόνως κι ένα «δυνατό, καθαρό μυαλό». Η συζήτηση μαζί της είχε πάψει από ώρα να είναι η ξερή τυπική ερωταπόκριση κι είχε μεταβληθεί σε μια ευχάριστη, για μένα, συνομιλία που, για να την παρατείνω, ξαναγύρισα την κάννη της συνέντευξης σε χρησιμοποιημένους, ήδη, στόχους.

Πριν γίνεται η τραγουδίστρια της συντροφιάς σας, σας απασχολούσε το τραγούδι;
Να η απάντηση της Αρλέτας: «Μ’ άρεσε πάντα να τραγουδάω. Δεν αποκλείεται να βρήκα με το τραγούδι μια διέξοδο στις ατέλειωτες μοναχικές ώρες που με τη θέλησή μου περνούσα όλ’ αυτά τα χρόνια. Μ’ άρεσε να είμαι μόνη μου, να μένω, στο σπίτι μου και να τραγουδάω. Καμιά φορά τραγουδούσαμε μαζί με την αδελφή μου. Μου άρεσαν πολύ τα τραγούδια του Αττίκ, μερικά μάλιστα εξακολουθούν να μου αρέσουν. Όσο μεγάλωνα διαφοροποιούσα τις προτιμήσεις μου στο τραγούδι, ώσπου βρήκα το είδος που μου πηγαίνει στην ψυχική μου διάθεση. Μ’ αρέσουν πολύ τα αμερικάνικα λαϊκά τραγούδια, οι μπαλάντες… Γενικά το προβληματισμένο τραγούδι».

Να σας διακόψω: Βρίσκω πως ανάμεσα στο δικό σας τρόπο ερμηνείας και σε κείνον με τον οποίο τραγουδάνε η Τζόαν Μπαέζ και η Τζούντυ Κόλλινς υπάρχουν ορισμένα κοινά σημεία. Σεις τι λέτε;
«Την Τζόαν Μπαέζ την έχω ακούσει μια-δυο φορές και μ’ αρέσει το πώς τραγουδάει, την άλλη όμως δεν την ξέρω και τα’ όνομά της τ’ ακούω τώρα, πρώτη φορά, από σας. Όσο για τα κοινά σημεία, το μόνο που μπορώ να πω είναι πως αυτό το συμπέρασμά σας με κολακεύει».

Ωστόσο θα πρέπει να παρακολουθείται τι γίνεται αλλού, τους νέους τραγουδιστές, τις νέες ερμηνείες…
«Συμφωνώ μαζί σας. Ωστόσο δεν είναι εύκολο, για την ώρα, να απολαύσω μια τόσο πολυδάπανη ευχαρίστηση. Ούτε πικ-απ έχω, ούτε δίσκους μπορώ ν’ αγοράζω!»

Προηγουμένως μου είπατε ότι σας αρέσει η αυτοαπομόνωση. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν αγαπάτε τους ανθρώπους, δηλαδή τις ανθρώπινες σχέσεις και συναναστροφές;
«Όχι ακριβώς. Πάντως η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσει να έχω γύρω μου ή πλάι μου κόσμο. Εννοώ ότι δεν μου αρέσουν οι δεσμοί, γιατί, προτιμώ να αισθάνομαι ανεξάρτητη. Γι αυτό και δεν έχω πολλές φιλίες. Ωστόσο αγαπώ τους ανθρώπους».

Είστε ερωτευμένη;
«Με άνθρωπο;»

Θα μπορούσε να ήσασταν ερωτευμένη με τίποτ’ άλλο;
«Θα μπορούσε να είμαι ερωτευμένη με πολλά πράγματα. Πάντως δεν είμαι ερωτευμένη με άνθρωπο!»

Δεν σας έχει απασχολήσει ακόμη το θέμα του Έρωτα;
«Πολύ! Αλλά μόνον θεωρητικά!...»

Δηλαδή;
«Το σκέφτομαι… Το μαγειρεύω…»

Ωστόσο δεν το αποφασίζετε…
«Δεν νομίζω ότι είναι θέμα αποφάσεως. Άλλωστε, όπως σας είπα πιο πριν, αγαπώ τους ανθρώπους αλλά προτιμώ να είμαι μόνη μου. Τελικά, νομίζω, πως είμαι μια κλασική περίπτωση κλειστού ανθρώπου!»

Να υποδυθώ, σε μια ερώτηση, τον ρόλο του ψυχιάτρου και να σας ρωτήσω μήπως σας συνέβη κάτι στα παιδικά σας χρόνια και…
Η Αρλέτα δεν μ’ άφησε να τελειώσω τη φράση μου. Μου είπε: «Όχι!.. Όχι!.. Πέρας πολύ ωραία παιδικά χρόνια. Είμαι λόγω φύσεως έτσι κλειστή. Τώρα προσπαθώ, και το θέλω ειλικρινά, να γίνω πιο προσιτή στους γύρω μου».

Υπάρχει κάτι που σε τρομάζει; Δηλαδή τι θεωρείς ότι είναι πιο φοβερό πράγμα για τον άνθρωπο;
«Το να μην είναι ελεύθερος. Με την πλατιά σημασία του όρου κι όχι φυσικά το να μην είναι ελεύθερος να σπάσει ένα τζάμι ή ένα κεφάλι, αν του κάνει κέφι».

 

«ΑΓΑΠΩ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥΣ ΣΚΥΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΟΓΑ!...»

Στον προτελευταίο «γύρο» της συνέντευξης, η Αρλέτα μου εξομολογήθηκε ότι λατρεύει κυριολεκτικά τα ζώα. Και διευκρίνισε: «Ιδιαίτερα αγαπώ τις γάτες, τα άλογα και τους σκύλους. Να σας ρωτήσω κι εγώ; Σεις αγαπάτε τα ζώα;»

Ναι, απόδειξη ότι έχω ένα σκύλο…
«Α, αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον… Και πως τον φωνάζετε;»

Οδυσσέα…
«Τι σύμπτωση! Μια φίλη μου και συμμαθήτριά μου στη Σχολή έχει ένα γάτο που τον λέει Οδυσσέα. Και βρίσκω πως δεν μπορούσε να του δώσει άλλο πιο πετυχημένο όνομα. Γιατί η ιστορία αυτού του γατιού μοιάζει περίπου με την ιστορία του ομηρικού Οδυσσέα, που τον περιμάζεψε σε μια παραλία της Κέρκυρας η Ναυσικά. Έχει πλάκα η ιστορία του Οδυσσέα. Του γάτου, εννοώ… Μια μέρα, που λέτε, πριν μερικούς μήνες, ήρθε αυτή η φίλη μου στη Σχολή κρατώντας μια τσάντα-καλάθι. Τι κουβαλάς εκεί μέσα; Της λέω. Δεν πρόλαβε να μου απαντήσει κι ακούω να βγαίνουν απ’ το καλάθι νιαουρίσματα. Ήταν ένα συφοριασμένο μικρό γατάκι, με κάτι καφετιές βούλες, που έτρεμε σύγκορμο. Που το βρήκες αυτό το ψωραλέο γατί; Τη ρώτησα. Εκείνη, που λατρεύει κυριολεκτικά τα ζώα, μου απάντησε ότι το περιμάζεψε κάπου στο Καλαμάκι, νομίζω, μέσα απ’ τη θάλασσα όπου το είχαν πετάξει κάτι παιδιά, το σφούγγισε, το τύλιξε μ’ ένα μαντήλι, τόβαλε στο καλάθι και μια και δυο μας το έφερε στη Σχολή. Αυτό λοιπόν το ψωραλέο γατάκι έχει γίνει σήμερα ένας καταπληκτικός γάταρος, που όλο νιαουρίζει και την Άρτα φοβερίζει… Ή μάλλον την Άννα φοβερίζει… Έτσι λένε τη φίλη μου».

Ώστε, λοιπόν, αγαπάτε πιο πολύ τα ζώα απ’ τους ανθρώπους, αν κατάλαβα καλά…
Η Αρλέτα έγινε σκυθρωπή. Ύστερα μου έδωσε την απάντηση: «Ε, λοιπόν, δεν καταλάβατε καλά. Άλλο πράγμα η αγάπη μου για τα ζώα κι άλλο η αγάπη μου για τους ανθρώπους».

Αν έπρεπε να κατατάξετε τον εαυτό σας σε μια κατηγορία ανθρώπων μ’ ένα οποιοδήποτε «πιστεύω», που θα τον τοποθετούσατε;
«Στους ανθρωπιστές, όχι όμως με την έννοια του αναγεννησιακού ουμανισμού, φυσικά… Δηλαδή, όχι του ουμανισμού που έχει στήσει τον άνθρωπο-θεό. Θυμάμαι μου έκανε εντύπωση σ’ ένα έργο του Τιτσιάνο, που είχε σαν θέμα τα Εισόδια της Θεοτόκου. Εξισώνει τους αριστοκράτες με την Παναγία, αλλά δεν εξισώνει μια πωλήτρια μήλων με τους αριστοκράτες! Θέλω να πω δηλαδή ότι αυτού του είδους ο ουμανισμός είναι αντίθετος με την δική μου ψυχολογία».

Μετά η Αρλέτα αναφέρθηκε στις προτιμήσεις για τις διάφορες μορφές τέχνης. Είπε ότι της αρέσει η τέχνη των πρωτόγονων λαών, ότι στη μουσική προτιμάει τον Μπαχ αλλά και τον Μότσαρτ, ότι απ’ την ελληνική ζωγραφική τη συγκινούν τα έργα του Θεόφιλου κι ότι το μεγάλο της όνειρο είναι να επισκεφτεί μια μέρα όλα τα μουσεία του κόσμου και να ταξιδέψει στη Κίνα. Είπε, ακόμα, ότι όσο της αρέσει να τραγουδάει άλλο τόσο της αρέσει να γράφει τις παρατηρήσεις της για τους ανθρώπους κι ότι αν γινόταν δημοσιογράφος θα ήθελε ν’ ασχοληθεί με τον τομέα των ανθρώπινων προβλημάτων.

 

 

«Αλήθεια, υπάρχει τέτοιος τομέας στις εφημερίδες;» ρώτησε μ’ ένα μάλλον σαρκαστικό ύφος η Αρλέτα.

Απάντησα πως υπάρχει, παρ’ όλο που ήξερα πως αυτό δεν ήταν απόλυτα αληθινό. Ύστερα, επειδή έπρεπε κάποτε να τελειώσει αυτή η συνέντευξη, φτάσαμε στον τελευταίο «γύρο» του «ματς». Ξαναγυρίζοντας το θέμα της συζήτησης πάλι στο τραγούδι, ζήτησα από την Αρλέτα να μου πει ποιους ξεχωρίζει απ’ τους σημερινούς τραγουδιστές. Και κείνη απάντησε: «Κάποτε μου άρεσε πολύ η Μούσχουρη, τότε πριν φύγει για το εξωτερικό. Ο Μπιθικώτσης μ’ αρέσει πολύ, η Μοσχολιού. Την Φαραντούρη την έχω ακούσει πολύ λίγο για να μπορώ να εκφράσω γνώμη, φαίνεται όμως πως έχει ταλέντο, όπως και η Καίτη Χωματά, στο είδος της είναι πολύ καλή. Μ’ αρέσει ο Σαββόπουλος, αλλά δεν τον παίρνω σαν τραγουδιστή».

 

 

Και η τελευταία ερώτηση. Στο συμβόλαιο που υπογράψατε με την εταιρία «Λύρα» ποιος όρος σας ενδιέφερε να περιέχεται οπωσδήποτε;
Η Αρλέτα απάντησε: «Οι υποχρεώσεις μου προς την εταιρία των δίσκων να μη μου στερήσουν, στα τρία χρόνια του συμβολαίου μου, το δικαίωμα να παρακολουθώ τη Σχολή μου».

Θα παρατήρησε, ίσως, ο αναγνώστης ότι δώσαμε σ’ αυτή τη συνέντευξη μια ασυνήθιστη, για άγνωστο στο ευρύ κοινό καλλιτέχνη, έκταση. Αν παρατήρησε, επίσης, ότι ο «άγνωστος» - ως την ώρα - αυτός καλλιτέχνης είχε να πει - και είπε - πολλά πιο ουσιαστικά πράγματα από κείνα που συνήθως λένε στις συνεντεύξεις οι «διάσημοι» καλλιτέχνες, τότε δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί δώσαμε τόση έκταση σ’ αυτή τη συνέντευξη με την Αρλέτα.