Ο DJ Palmer (Κώστας), Συνέντευξη που του πήραν πριν από μερικά χρόνια οι M. Hulot/ Μαρία Παππά για το Ough.gr

 

O DJ Palmer είναι ένας θρύλος της αθηναϊκής νύχτας. Είναι ο άνθρωπος που έβαζε φωτιά στις πίστες για τρεις δεκαετίες ως DJ και παραγωγός, που έκανε πραγματικά σόου με το μικρόφωνο και «σύστησε» στο ελληνικό κοινό την ιταλοντίσκο.

 

Υπήρξε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περσόνες της περιόδου και έχει αφήσει τα σημάδια του σε όλες της γνωστές disco της πόλης, όπως την περίφημη Dorian Grey, τις Σεϋχέλλες, τις Εσπερίδες και την Boom Boom, χτίζοντας έναν μύθο γύρω από το όνομά του που δεν κατάφερε κανείς να επισκιάσει. Παράλληλα είναι υπεύθυνος για την παραγωγή του 12ιντσου Computer Guy του 1986, έναν italo disco ύμνο που ακόμη και σήμερα αναζητούν απεγνωσμένα οι συλλέκτες του είδους. Λίγο πριν την επιστροφή του στα πλατό για μία και μοναδική νύχτα μαζί με τον DJ Tony Ioannou μάς μίλησε για τις ιστορικές μέρες μίας περιόδου που άφησε πίσω της μόνο καλές αναμνήσεις και νοσταλγία για όσους την έζησαν.

Φωτο: Christos Tzimas

 

 

Πότε ξεκίνησες ως Palmer; Πώς σου προέκυψε;
Από έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό της εποχής εκείνης, το 1977-8. Τότε ήμουν ο Κώστας Κωνσταντίνου. Ήμασταν μια παρεούλα από 3 άτομα, ο ένας από τους 3 είχε το ψώνιο με τους σταθμούς, είχε δημιουργήσει έναν πειρατικό και αυτός χρησιμοποίησε το όνομα, Palmer. Για λογαριασμό του, Ανδρέας Πάλμερ και βαφτίστηκα και εγώ Κώστας Πάλμερ από εκείνη την ημέρα.

 

Ποιος σταθμός ήταν αυτός;
Τότε λεγόταν Κεντρική ραδιοφωνία Πάλμερ, τι άλλο;

 

Γιατί το είπαν Κεντρική ραδιοφωνία Πάλμερ;
Την επιλογή την έκανε αυτός ο φιλαράκος μου που σου είπα, από τον Ρόμπερτ Πάλμερ. Ο ένας ήταν ο Ανδρέας Πάλμερ, εγώ ήμουνα ο Κώστας Πάλμερ και ο άλλος ήτανε ο Γιώργος.

 

Και ο τρίτος; Γιώργος Πάλμερ;
Ακριβώς! (γέλια). Τώρα, από τρεις εγώ κατάφερα να βγω στην επιφάνεια και να γίνω διάσημος, φίρμα μεγάλη. Ακόμα μέχρι τώρα μου το λένε οι δύο. «Μπαγάσα» μου λένε, «θυμάμαι ακόμα που δεν ήθελες να σε λέμε Πάλμερ».

 

Πόσο χρονών ήσουν τότε που ξεκίνησες στο σταθμό;
17-18 χρονών.

 

Η βάση της κεντρική ραδιοφωνίας Παλμερ ήταν στην Αθήνα;
Ο σταθμός; Ναι, στην Αθήνα, στο Άνω Καλαμάκι.

 

Στη φώτο με τη γραβάτα είσαι στη κεντρική ραδιοφωνία Πάλμερ;
Δεν είναι γραβάτα, σε παρακαλώ, είναι ανοιχτό πουκάμισο! Είμαι στην κονσόλα του πρώτου κλαμπ που εργάστηκα. Rainbow λεγόταν. Ήταν στη λεωφόρο Βουλιαγμένης,τότε ήταν πολύ διάσημο στέκι. Ήταν ’70ς, πολύ αρχές ’70ς, δηλαδή αυτή τη δεκαετία, μεσουράνη το ’73, 74, 75 και μέχρι το 79 που κάθισα εγώ. Πήγα το 77, έκατσα 2-3 χρόνια και straight για Dorian Grey,ήταν το επόμενο μαγαζί μου.

 

 

 

Αυτό προέκυψε τυχαία ή το επιδίωξες στα 18 να κάνεις τέτοιο πράγμα; Είχες κάποια σχέση με τη μουσική πριν;
Φάνηκε από τότε που ήμουν στα γεννοφάσκια μου. Πώς φάνηκε; Στα χέρια μου ήρθε ένα δισκάκι, τότε υπήρχαν κάτι δισκάκια, τα οποία τα έπαιρνες, 45αρια, ρώσικης προέλευσης, τα έπαιρνες και τα τσαλάκωνες, όπως το χαρτί. Έπεσε ένα τέτοιο flexi disc στα χέρια μου, ήμουν 6 χρονών και από τότε μου κόλλησε το ψώνιο. Δισκάκια, μουσική, κέρδισα και στην Τετάρτη τάξη του δημοτικού -αν είναι δυνατόν- ένα μικρό δισκάκι πάλι, ήταν πολύχρωμο, μαγεία, έπαθα πλάκα. Το μόνο που ήξερα είναι ότι μόνο μουσική θα ακολουθούσα στην πορεία της ζωής μου. Ως DJ εξειδικεύτηκα, βέβαια, γιατί φτάνοντας εδώ το ’74 (γεννήθηκα στην Κύπρο και ήρθαμε στην Αθήνα με τις φασαρίες) στα 15 μου, έγινε αυτή η φάση με τον ραδιοσταθμό, άρχισα να βλέπω μηχανήματα και τέτοια πράγματα και μέσα σε ένα χρόνο ήμουν επαγγελματίας.

 

Άρα ήταν θέμα και παρέας και μιας προδιάθεσης που σου άρεσε η μουσική, γενικά, ή απλά σου άρεσε ο δίσκος σαν αντικείμενο;
Όλο το νταραβέρι μου άρεσε, ήξερα ότι είμαι για αυτό το πράγμα. Ο DJ προέκυψε στη συνέχεια, από μικρός ήμουν όπως όλοι, μαζεύαμε δισκάκια Deep Purple πχ.

 

Έμαθες μουσική;
Σπούδασα πιάνο στα 35 μου. Θα μου πεις σιγά. Κι όμως, το έκανα γιατί ήθελα οπωσδήποτε να μάθω, δεν μπορούσα να μην κάνω παραγωγή δική μου, με τίποτα.

 

Και το μικρόφωνο πώς το χρησιμοποίησες; Δεν ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.
Ήδη είχα πάρει το βάπτισμα στο ραδιοσταθμό και, πηγαίνοντας στην Rainbow, είδα ένα μικρόφωνο. Λέω αυτό είναι το εργαλείο που θα το συνεχίσω και εδώ.

 

Είχες δει να το κάνει κάποιος άλλος;
Όχι, απλώς υπήρχε για κάτι έκτατα παρτάκια που έκανε το μαγαζί, ο λεγόμενος κονφερασιε, τον θυμάσαι τον Πέτρο τον Καρντιάνη; Τότε ήταν διάσημος κονφερασιέ. Στην Αμερική χρησιμοποιούσαν μικρόφωνο στην πίστα. Στην Ελλάδα, ο μόνος που χρησιμοποιούσε μικρόφωνο από ό,τι ξέρω ήταν ο Nicola Lavacca στην Ντιβίνα τότε, ένα μαγαζί στη Κηφισιά. Το έκανε επαγγελματικά με το ύφος το δικό του. Όταν τον είδα μου άρεσε, το θαύμασα αυτό που έκανε, αλλά ήξερα ότι μπορούσα να το κάνω καλύτερα.

 

Ήσουν ο μόνος ντιτζει -και από τους ξένους που έχω ακούσει- που το σπικαζ σου μέχρι και σήμερα είναι μες τον τόνο των κομματιών.
Ναι, εννοείς ότι αν το κομμάτι είναι ρε ή ντο, ντο είναι και η φωνή. Ναι αυτό το κάνω από μόνος μου γιατί είναι έμφυτο.

 

DJ Tony: Όλη η επιτυχία του σπικάζ είναι αυτή, ότι είναι μέσα στον τόνο του κομματιού. Δηλαδή, αλλιώς θα τον ακούσεις να μιλάει στο ένα κομμάτι, άλλο τόνο θα ακούσεις σε άλλο κομμάτι, άλλο σε τρίτο και γι’αυτό ήταν και ο μόνος που απογείωσε το μικρόφωνο. Αν ακούσεις προγράμματα παλιών DJs είναι ο μόνος που μιλάει και ταυτόχρονα μιξάρει. Αλλά μιξάρει. Όχι κάνει την αλλαγή και μιλάει. Μιλάει και την ώρα που μιλάει κάνει και τις αλλαγές.

 

Palmer: Ναι, αλλά πώς το έκανα όμως; Το ένα χέρι ήταν εδώ, το άλλο αλλού, το ένα πόδι εκεί, και είχα και τρία πικάπ να κουμαντάρω. Ήτανε ψώνιο, τίποτα δεν με κούραζε. Ούτε οι προσπάθειες, που λένε κάποιοι ότι ίδρωσα ξέρω εγώ για να δημιουργήσω κάτι. Ό,τι έκανα, το έκανα χωρίς ίχνος ιδρώτα, εκτός από το φυσικό (γέλια).

 

Και τι μουσική έπαιζες;
Ως επαγγελματίας ξεκίνησα με funk, soul και τα πρώτα ραπ που είχαν αρχίσει να έρχονται: Sugarhill gang, βασικά αυτό ήτανε και το Cocaine in my brain των Dillinger.

 

 

Πού έβρισκες τα καινούρια τραγούδια; 

DJ Tony: Από τα 300 τραγούδια που έπαιζε τα 200 ήταν επιτυχίες της εποχής και τα 100 καινούρια όπως σημειώθηκε.
Palmer: Υπήρχε η πηγή για όλους τους DJs. Ο Χρήστος Γιαμπίλης και Ο Μάριος στο Κολωνάκ. Bασικά από αυτούς τους 2 ψωνίζαμε και ο Μιχάλης ο Γιαμπίλης, ο αδερφός του Χρήστου. Εισαγωγείς δίσκου, παραγωγές. Εκεί γνωρίσαμε και το ΙΤΑLΟ δεν είχε βγει το ΙΤΑLΟ εννοείται . Ο Χρίστος δεν έφερε τα ΙΤΑLΟ. Στο Άνω Καλαμάκι τα παιδιά πώς τα λέγανε; Αυτοί φέρανε τα ΙΤΑLO.

 

Η Πρόοδος Α.Ε;
Ναι, η Πρόοδος δεν ήταν δισκάδικο, ήταν αποθήκη που προμήθευε τα δισκάδικα, ήταν εισαγωγέας. Εκεί είχα πάρει και το πρώτο βινύλιο της Madonna, το Εverybody, το ’83, άγνωστη των αγνώστων. Μου το έδωσε ο κοντός που ήταν και DJ στην Πρόοδο και μέσα σε ένα μήνα το ’χα κάνει hit στο Dorian Gray. Eίχε προηγηθεί βέβαια το Billie Jean του Michael Jackson και αν ξέρεις από μουσική θα παρατηρήσεις ότι το ριφ της Madonna είναι κλεμμένο από τον Jackson. Kαι να φανταστείς, ήταν τόσο άγνωστη, που το Everybody ήρθε μόνο από την άλφα πλευρά του μάξι, από την b side είχε άλλο γκρουπ ή δεν υπήρχε τίποτα. Κι αν θυμάμαι καλά, τα πρώτα δεν γράφανε καν Madonna πάνω.

 

Πες μας για το ITALO, πώς ήρθε εδώ; Ασχολήθηκες συγκεκριμένα με αυτό; Ή απλά ήταν ένα ακόμα από τα είδη που έπαιζες;
Το γούσταρα εγώ γιατί διέφερε από όλα αυτά που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Ήταν πιο electronic, σίγουρα ήταν κάπως διαφορετικό και ερεθίστηκε το αυτί μου. Στην αρχή υπήρχαν αντιδράσεις αρνητικές. Και από τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών, απλά δεν τους άρεσε το style αυτό. Εγώ εξακολουθούσα να παίζω σε σημείο που είχα κάνει το 90% του προγράμματος ITALO. Ξέχασα να σου πω ότι όταν είχα πάει να ακούσω τον Νικόλα στο Ντιβίνα, εννοείται ότι είχα πάει με τα αυτιά 14. Αυτός δεν έπαιζε ούτε μισό ΙTALO, έπαιζε funk, έπαιζε αμερικάνικη disco. Kαι πήγα εγώ και του μίλησα και του είπα έχεις ένα ITALO να παίξεις και με σνόμπαρε. Μου λέει δεν παίζω ΙΤΑLO. Εντωμεταξύ, ήταν ένα χρόνο στη πιάτσα τα ITALO και τα σνόμπαραν, αλλά μετά, όταν τα έμαθε ο κόσμος, όλοι περιμένανε πώς και πώς να βγουν.

 

Μετά το Dorian Gray τι έγινε; Πώς προέκυψαν όλα αυτά που βλέπουμε στις φωτο και στα βινύλια;
Η τρέλα που λέγαμε. Το ταλέντο και η τρέλα.

 

Έχεις κάνει και mix;.
Έχω κάνει τρία mix και τρία τραγούδια.

 

Το πρώτο σου τραγούδι ποιο ήταν;
Τo Computer Guy. Μετά έβγαλα τα DJ's Life και I don’t feel good.

 

Θες να μας πεις για το Computer Guy; Από ό,τι ξέρω είναι από τους λίγους ελληνικούς ITALO-υμνους.
Όπως έρχονταν τα χαμηλόμπιτα 105-110 bpm το πολύ ξερώ εγώ, έρχονταν και κάποια στα 130. Πρέπει να σας πω εδώ ότι ότι τα αγγλικά μου δεν είναι καλά, δεν είναι καν σχεδόν καλά, είναι αγγλικά του ποδαριού για να μπορέσω να συνεννοηθώ και τα χρησιμοποίησα και εντυπωσίασα,πράγμα το οποίο το διαπίστωνα μόνο που άκουγα τη φωνή μου. Περνούσε το μικρόφωνο, ήταν κάτι που το γουστάραν όλοι, ήταν εξωφρενικό. Μπορεί ο Νικόλα να το χρησιμοποιούσε στη Ντιβίνα, αλλά στις περιοχές μας, στα νότια, δεν το ήξερε κανένας.

 

Στο Computer Guy τους στίχους τους έχεις γράψει εσύ;
Ναι, με τον φίλο μου τον Άρη τον Thomas. Βρίσκω, που λες, τυχαία το Νικόλα όταν ήμουν στη διαδικασία προετοιμασίας και του λέω φτιάχνω ένα κομμάτι, γουστάρεις να μπεις παραγωγός; Μου λέει «να το ακούσω και θα σου πω». Του λέω μπες στο αυτοκίνητο. Βάζω την κασέτα, το ακούει, (ήταν στην αρχική του μορφή, όπως είναι ολοκληρωμένο, αλλά με εντελώς διαφορετικούς ήχους). Μόλις το άκουσε μου λέει ΟΚ. Μπαίνει παραγωγός ο Νικόλας εκεί που ας πούμε ήταν «αντίπαλος» -τον θεωρούσα αντίπαλο γιατί ήταν έτσι το πνεύμα τότε, το δικό μου, επειδή κάναμε το ίδιο πράγμα και επειδή ήταν καλός. Και επειδή, βέβαια, χρησιμοποιούσε μικρόφωνο πριν από μένα. Δεν το έμαθα από αυτόν, απλά έκανα το ίδιο πράγμα με τον δικό μου τρόπο. Μπαίνει λοιπόν παραγωγός ο Νικόλας και φτάνει το Computer Guy να παίζει στην Αυτοκίνηση με 3000 άτομα. Συναδελφικά, όλοι με βοήθησαν. Tο I don’t feel good που ακολούθησε το έστειλα Eurovision, πριν βγει δισκάκι εννοείται, με ελληνικό στίχο, αλλά πήγε εκπρόθεσμο και δεν το δέχτηκαν. Είχε φόντα το κομμάτι,απλώς χάσαμε τις ημερομηνίες.

 

Aυτό πότε είναι; Ποια χρονιά;
Ή 88 ή 89.

 

Έχεις παίξει ποτέ στο εξωτερικό;
Έξω, όχι. Πιστεύω όμως ότι μπορώ να παίξω σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Όταν κατέχεις μια γκάμα μουσικής πενήντα χρόνων μπορείς να παίξεις και στις Κουκουβάουνες και παντού.

 

Λεφτά έβγαζες από αυτό;
Αμέ, πολλά λεφτά.

 

Πόσο ήταν το μεροκάματο μιας μέσης βραδιάς;
Το ’83 στο Dorian Gray έπαιρνα 7000 δραχμές μεροκάματο. Κάτσε να σου δώσω μια αντιστοιχία: έπαιρνα τα τετραπλάσια από τον οδοντίατρο.

 

Αυτή η δουλειά είχε έτσι κι αλλιώς λεφτά; Ή πληρωνόσουν σαν φίρμα;
Όχι δεν είχε λεφτά αυτή η δουλειά. Σε πληροφορώ είμαι από τους πρωτεργάτες αυτής της υπόθεσης και ανεβάσαμε το μεροκάματο. Δεν ήταν ψηλό όμως το μεροκάματο. Μέχρι το ’77-78 οι DJs δεν ήταν DJs, ήταν παιδάκια για κάποιους.

 

Όμως αφήσαμε ανοιχτό το θέμα που λέγαμε πώς ξεκίνησες και έκανες την παραγωγή.
Όταν ξεκίνησα την ιστορία με το μικρόφωνο είχα την ιδέα να παίρνω τα maxi που έρχονταν τότε, -αν θυμάσαι στην πίσω πλευρά ήταν το ίδιο κομμάτι συνήθως, instrumental, έπαιζα λοιπόν αυτό, χωρίς τις φωνές και τραγουδούσα από πάνω του. Kαθόμουν, έβγαζα τους στίχους και το βραδάκι έκανα τα practice μου. Έφερνα και φίλο για να με τσεκάρει, να μου πει τι χρειάζομαι τέλος πάντως για να μπορέσω να κάνω αυτό το πράγμα, να ερμηνεύσω τα τραγούδια, γιατί το θεωρούσα καταπληκτικό. Άρχισα να τραγουδάω και να έχει επιτυχία αυτό το πράγμα και να ανταποκρίνεται ο κόσμος και όλο έρχονταν να μου λένε «άντε, πες και το κομμάτι που είπες την προηγούμενη εβδομάδα». Έτσι άρχισα να δημιουργώ fan. Και εγώ και τα italo. Ένα βράδυ είμαι με ένα φίλο και μου λέει γιατί δεν κάνεις μία παραγωγή δική σου, εδώ, ελληνική; Και η ιδέα δεν άργησε να αυγατίσει. Κάποια στιγμή βρήκα τον Τόλη τον Βασιλειάδη, ο οποίος είναι ο συνθέτης και εκτός από συνθέτης είναι και καλός ενορχηστρωτής. Ήταν ένα παιδί του κλασικού πιάνου, δεν είχε σχέση με τη μοντέρνα μουσική και πολύ περισσότερο με τη μουσική των κλαμπς. Τον έβαλα να ακούει κομμάτια και μαζί καθίσαμε και αρχίσαμε το Computer Guy, το οποίο μας πήρε 6 μήνες στο στούντιο για να ολοκληρωθεί. Τα αγγλικά μου όπως σου είπα δεν ήταν πολύ καλά και έτσι δεν μπορούσα να γράψω στίχο, γι’ αυτό το λόγο ο Άρης ξεκίνησε συνεργασία μαζί μας. Βγήκαμε λοιπόν στο εμπόριο με 2000 δίσκους σε maxi single, μόνο στην Αθήνα. Και μέσα σε ένα μήνα πουλήθηκαν αυτά τα 2000 κομμάτια, ανεξάρτητη παραγωγή από την ΕVA RECORDS και μετά ήρθαν και συνεντεύξεις.

 

Μέχρι πότε έπαιζες κάθε νύχτα; Μέχρι ποια εποχή;
Συστηματικά σταμάτησα να παίζω το 2000. Με το που μπήκε ο επόμενος αιώνας σταμάτησα αυτό το καθημερινό. Άρχισα να διαπιστώνω ότι δεν την ευχαριστιόμου την δουλειά μου από τις λάθος επιλογές, από τις αναγκαίες επιλογές. Έκανα οικογένεια, φέραμε 3 παιδιά στο κόσμο, υπήρξαν ανάγκες, έπρεπε να κλείσω δουλειές που δεν θα τις έκανα αν δεν είχα την οικογένεια, έκανα αυτό που λέμε υποχωρήσεις.

 

Πόσο έχει αλλάξει η νύχτα από την ώρα που ξεκίνησες; Τι είναι αυτό που σε κούρασε;
Δεν με κούραζε η νύχτα, οι επιλογές μου με κουράζανε. Σαφώς και υπήρχε αλλαγή στην πορεία. Ας μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια δουλειά που το πλήθος των επαγγελματιών της ήταν ερασιτέχνες. Τη δεκαετία του ’80 χρήστηκαν όλοι επαγγελματίες. Και τη δεκαετία του ’90 που έφτασαν πια τα μεροκάματα στα 3000 ευρώ έρχονταν ξένοι DJ και παίρνανε πολλά χρήματα, 4000-5000 ευρώ το one night stand.

 

Ποιο ήταν τo τελευταίο μαγαζί που έπαιξες επαγγελματικά;
Το τελευταίο μαγαζί ήταν στη παραλία, το Disco και παίζαμε ό,τι συνήθως: ITALO, funk και soul, μιάμιση σεζόν και χάλασε η δουλειά ενώ πήγαινε πολύ καλά το μαζαγί, τσακώθηκε ο Νίκος με τον ιδιοκτήτη του οικήματος και σταμάτησε η ιστορία και φύγαμε και πήγαμε στον πύργο των Αθηνών. Στο ισόγειο, στο Noturno, ένα κλαμπ 500αρι περίπου.

 

Τι σου λείπει από εκείνη την εποχή;
Σήμερα που υπάρχουν απίστευτα μηχανήματα εχουν επαναπαυθεί όλοι με τα λαπτοπ και δεν υπάρχει feeling πλέον. Τότε τρέχαμε ένα μήνα για να μας καταχωρήσουν έστω και δίλεκτη ειδησούλα σε μία εφημερίδα, σήμερα όλοι μπορούν να έχουν τεράστια προώθηση. Είναι μεγάλη η διαφορά στη δημοτικότητα και στο πώς μπορεί να γίνει σταρ κάποιος. Σήμερα γίνεσαι μέσα σε μία ημέρα. Αν σε αυτό που έκανα τότε χρησιμοποιούσα την τεχνολογία τη σημερινή, θα μουν πασίγνωστος σε 30 δευτερόλεπτα. Εγώ χρειάστηκα δέκα χρόνια.

 

Να πούμε για την βραδιά που ετοιμάζεις;
Θα παίξουμε με τον Αντώνη. Φιλοδοξούμε να μην είναι μόνο μια βραδιά, αλλά θα είναι βραδιές με βάση την disco, αμερικανική disco, ευρωπαϊκή disco, Italo disco.

 

Kανένα άλλο περιστατικό θυμάστε να μας πείτε;

DJ Tony: Θα σου πω τι συνήθιζε να κάνει ο Παλμερ. Όταν έπαιζε μουσική ήθελε να ρολάρουν όλα ωραία. Όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, τα ’παιρνε στο κρανίο, όταν κόλλαγε κανένας δίσκος σήκωνε την βελόνα, έβγαζε τον δίσκο, τον έσπαγε και τον πέταγε στη πίστα. Palmer: Μαλακια, αυτό δεν έπρεπε να το πεις. Έρχονταν κάτι κοριτσάκια μετά και έλεγαν: Πάλμερ, θα σπάσεις κανένα δισκάκι; Είχε γίνει μέρος του σόου. Μέχρι που πήγα σε μία αποθήκη, πήρα δίσκους σε στοκ και τα ’σπαγα, το ’κανα σκοπιμα. Βέβαια, ο Παλμερ υπήρξε και άσημος. Πήγαινε σχολείο στη Λαρνακα, στο γυμνάσιο στον Αι Γιώργη, τρίτη τάξη γυμνασιου, στο β1 εγώ και στο δ1 ήταν η Βίσση.

 

Ήταν τόσο ωραία από μικρή;
Ήταν το ίδιο πάντα, ερέθιζε όλα τα αρσενικά πιτσιρίκια στο γυμνάσιο. Ήταν φωνάρα και κορμάρα από τότε.

 

Πηγή: Ough.gr δυστυχώς αναζητώντας πληροφορίες μάθαμε ότι ο Κώστας Κωνσταντίνου πέθανε τον περασμένο Δεκέμβριο σε ηλικία 56 ετών.