rod stewart

 

 

Από τον Γιάννη Πετρίδη

 

Ο Rod Stewart γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1945... Έχει μια φωνή που εύκολα αναγνωρίζεται από τους φίλους της μουσικής με το πρώτο άκουσμα, ανεξαρτήτως του αν ερμηνεύει μπαλάντες ή χορευτικά ροκ κομμάτια.

 

Η φήμη του, εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχει απλωθεί σε όλο τον πλανήτη και τώρα, στα 65 του χρόνια, απλώς απολαμβάνει τους κόπους μιας ζωής στο τραγούδι, διασκευάζοντας όλα αυτά τα τραγούδια που άκουγε από μικρός.

 

Αρχισε στα μέσα της περασμένης δεκαετίας τη σειρά με τα άλμπουμ «αναδρομές», ερμηνεύοντας κλασικά αμερικανικά τραγούδια από τη δεκαετία του '40 και ύστερα από μια σειρά δίσκων που κάλυψαν αυτόν τον χώρο, ηχογράφησε ένα άλμπουμ με τραγούδια ροκ και πρόσφατα κυκλοφόρησε έναν δίσκο αφιερωμένο στη μεγάλη αγάπη του, που είναι τα ρυθμ εντ μπλουζ.

 

Ο ίδιος, όμως, αναφέρει ως βασική πηγή έμπνευσης τον τραγουδιστή Al Jolson, ο οποίος τραγουδώντας έκανε χαρακτηριστικές κινήσεις με τα χέρια του, όπως και ο Rod. Ολη η οικογένειά του είναι φανατική φίλη τής μουσικής του Jolson και ακόμα και σήμερα, όταν συναντιούνται στην περίοδο των Χριστουγέννων σε οικογενειακό τραπέζι, ακούνε τον αμερικανό τραγουδιστή, που ήταν ο πρώτος που ακούστηκε να τραγουδά σε κινηματογραφική ταινία με τον Τραγουδιστή της τζαζ, πριν από 82 χρόνια.

 

Μετά τον Al Jolson, οι προτιμήσεις του στράφηκαν στη φολκ και σε καλλιτέχνες όπως οι Leadbelly, Woody Guthrie και Jack Elliott, για να περάσει αμέσως μετά στη μουσική των μαύρων και φωνές όπως αυτές των Sam Cooke και Otis Redding.

 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 έκανε παρέα με τον μουσικό της φολκ Wizz Jones και τραγουδούσε μαζί του στην Leicester Square και σε κάποια περίοδο στην Ισπανία για τους τουρίστες.

 

Την άνοιξη του 1962 θα γίνει μέλος και τραγουδιστής στο Ray Davies Quartet, που λίγο αργότερα θα γίνουν οι Kinks. Στη συνέχεια, θα φτιάξει το δικό του γκρουπ με το όνομα Rod Stewart and the Moontrekkers.

 

 

Το 1964 και αφού ήδη είχε εγκαταλείψει την εργασία που είχε σε κάποιο νεκροταφείο, γιατί τα μακριά του μαλλιά δεν του επέτρεπαν να βρει κάποια πιο εύκολη δουλειά, τριγύριζε στα διάφορα κλαμπ του Λονδίνου ακούγοντας μουσική και έπαιζε σε διάφορα συγκροτήματα που είχαν μικρή χρονική διάρκεια ζωής.

 

Ενα βράδυ, περιμένοντας με τους φίλους του το τρένο σ' έναν σιδηροδρομικό σταθμό, ο Rod τραγουδούσε και έπαιζε φυσαρμόνικα. Στην άλλη πλευρά της πλατφόρμας ήταν ο Long John Baldry, που ήταν μέλος της μπάντας του Cyril Davies, ο οποίος μόλις είχε πεθάνει από υπερβολική κατάποση αλκοόλ.

 

Ο Baldry, ακούγοντάς τον, του φώναξε, απευθύνοντάς του πρόσκληση, να γίνει μέλος της μπάντας του που ήταν οι Hoochie Coochie Men. Ο Baldry του είπε ότι θα τραγουδά 3-4 βραδιές την εβδομάδα 3 τραγούδια και θα πληρώνεται 35 λίρες. Αρχικά, ο Rod πίστεψε ότι είχε να κάνει με τρελό, αλλά τελικά συμφώνησε μαζί του.

 

Εκείνη την περίοδο, το μόνο που απασχολούσε τον Rod ήταν το πώς θα συγκεντρώσει χρήματα για να αποκτήσει ένα σπορ αυτοκίνητο. Ηταν 1964 και το ροκ που άρεσε στον Stewart, ήταν το ροκ συγκροτημάτων όπως οι Rolling Stones και οι Yardbirds.

 

Ο Brian Auger ήταν αυτός που θα τον διώξει από τους Steampacket το 1966, όπου έπαιζε μαζί με τον Baldry και την Julie Driscoll, γιατί ο Rod έπαιρνε ως αμοιβή το 10% των εισπράξεων.

 

Θα ακολουθήσουν οι Shotgun Express, στους οποίους έπαιζε μαζί με τα μετέπειτα μέλη των Fleetwood Mac, Peter Green και Mick Fleetwood και τον Peter Bardens των Camel και η συνεργασία του με τον Jeff Beck, στο Jeff Beck Group.

 

Τα πρώτα δύο άλμπουμ του συγκροτήματος γνώρισαν επιτυχία, κυρίως στην Αμερική, αλλά το 1970 ο Rod αποφασίζει να εγκαταλείψει για ακόμα μία φορά ένα συγκρότημα και να προσχωρήσει στους Faces· παράλληλα άρχισε να κάνει τα σχέδιά του για προσωπική καριέρα και κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, το 1969, με τίτλο An Old Raincoat Won't Ever Let You Down.

 

Τα δύο πρώτα προσωπικά άλμπουμ του, το δεύτερο ήταν το Gasoline Alley, πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα και ήλθε το Every Picture Tells Α Story να σηματοδοτήσει την αρχή μιας πορείας που θα τον φέρει στις δέκα πρώτες θέσεις με τους πιο πετυχημένους τραγουδιστές στην περίοδο του ροκ, δηλαδή από το 1955 μέχρι τις μέρες μας.

 

Ολα άλλαξαν με το Maggie May, το οποίο σημειωτέον ήταν αρχικά η δεύτερη πλευρά στο μικρό δισκάκι 45 στροφών, με το Reason Το Believe. Η αθώα ιστορία του τραγουδιού, με τον Ray Jackson των Lindisfarne να παίζει το μαντολίνο, οδήγησε το Maggie May στο να γίνει τραγούδι έμβλημα μιας περιόδου για τον Rod, όπως και το Do You Think Ι'm Sexy, που κυκλοφόρησε μερικά χρόνια αργότερα, το 1978, και έβαζε οριστικό τέλος στην εικόνα του τραγουδιστή ως μέλους της εργατικής τάξης και τον οδηγούσε στο να γίνει οριστικά ένας από τους πλουσιότερους καλλιτέχνες, με ανάλογη φαντασμαγορική ζωή, με εντυπωσιακές γνωστές γυναίκες δίπλα του, όπως η σουηδέζα ηθοποιός Britt Ekland, ανάλογα αυτοκίνητα και ό,τι άλλο συνδυάζεται με τη λεγόμενη υψηλή κοινωνία.

 

Τα δύο πετυχημένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στη δεκαετία του '70 και εδραίωσαν την επιτυχία του και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ήταν το Atlantic Crossing, το 1975, με το Sailing και το Α Night On The Town, στο οποίο υπάρχουν τα Tonight's The Night, First Cut Is The Deepest του Cat Stevens, που κυκλοφόρησε μαζί με το Ι Don't Want Το Talk About It των Crazy Horse και έγινε Νο 1 στην Αγγλία και The Killing Of Georgie, που τραγουδά για τη δολοφονία ενός ομοφυλόφιλου, ιστορία που έγραψε ο ίδιος και βασίζεται στον φόνο φίλου του από συμμορία του Νιου Τζέρσεϊ, το 1974.

 

Στη δεκαετία του '80. οι επιτυχίες ήταν λιγότερες, αλλά και πάλι αρκετές για να τον κρατήσουν στην κορυφή: Passion, Young Turks, Tonight Ι'm Yours, Some Guys Have All The Luck, People Get Ready, Every Beat Of My Heart, Crazy About Her, Forever Young και μερικά ακόμα τραγούδια διατήρησαν ζωντανή μια καριέρα η οποία στο τέλος της δεκαετίας συμπλήρωνε 25 σχεδόν χρόνια.

 

Το 1990 αρχίζει με την πετυχημένη διασκευή του στο Downtown Train του Tom Waits και τη συνεργασία του με την Tina Turner, στο επίσης παλαιότερο It Takes Two, από τον θησαυρό της Μοτάουν, εταιρεία που εκθειάζει στο Motown Song, ακόμα μία επιτυχία του.

 

Το 1993 επιστρέφει για ακόμα μία φορά στην κορυφή του αμερικανικού καταλόγου με τα πιο εμπορικά τραγούδια, ερμηνεύοντας, μαζί με τους Sting και Bryan Adams, το All For Love, από την ταινία Οι τρεις σωματοφύλακες.

 

Στην περασμένη δεκαετία στρέφεται στον ήχο της δεκαετίας του '30 και '40, ερμηνεύοντας συνθέτες όπως οι Cole Porter, Irving Berlin και George and Ira Gershwin. Η κίνηση αυτή, που θα οδηγήσει και άλλους συνομήλικούς του τραγουδιστές να πράξουν κάτι ανάλογο, θα χαρίσει στον Stewart, με το τρίτο άλμπουμ της σειράς, που είχε τίτλο Stardust: The Greatest American Songbook 3, το πρώτο του Νο 1 ύστερα από 25 χρόνια.

 

Ο φίλος του, Elton John, τον χαρακτηρίζει την καλύτερη φωνή στο ροκ και ο Rod συναγωνίζεται σε επιδόσεις στον χώρο των σχέσεων/γάμων με γυναίκες και απόκτηση παιδιών έναν άλλο φίλο του, τον Mick Jagger, ο οποίος έχει 7 παιδιά από 4 γυναίκες και ο Rod 7 από 5 διαφορετικές μητέρες των παιδιών του.

 

Το τελευταίο του άλμπουμ Another Country, έγινε τοπ 10 συνεχίζοντας μια ανεπανάληπτη καριέρα που διαρκεί σχεδόν μισό αιώνα.