Αλκυόνη Παπαδάκη: Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή...

Αλκυόνη Παπαδάκη: Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή...

 

Το “Μαζί”
Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου μαθε το δρόμο για το “εμείς”.
Και το χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε
να επενδύεις στο “εγώ”.

Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτά του “εσείς”.
Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου, προσπαθώντας
ανάμεσα σε σκοτάδια ν’ ανακαλύψεις το “εσύ”.

 

Σ’ έπιανε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του “αυτοί”.
Και στην απελπισία, στο χαμό σου, φώναξες
“Αυτός! Αυτός!”
Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.
Τι φταις!Αν κάποτε καθίσεις λίγο να ξαποστάσεις από τη μάχη σου,
θυμήσου μια λεξούλα που σου ξέφυγε.

Θα θελα να στην κρύψω ανάμεσα στις χούφτες σου
(θυμάσαι το “δαχτυλιδάκι” που παίζαμε παιδιά; )
“Μαζί”. “Μαζί”. Τη λένε τη λεξούλα μου τη μαγική.
Και μη βιαστείς να την πετάξεις. Μπορεί μια μέρα
να σου χρειαστεί. Πολλά φιλιά. Συχνά όταν βρίσκομαι σε πανηγύρια, σε γλέντια,
σε πολύβουες χαρές, αισθάνομαι σα να μην έχω “εισιτήριο”.

Σαν να χω βρεθεί εκεί λαθραία.
Μέχρι που μου ρχεται να το βάλω στα πόδια.
Είν αυτή η κατάρα που με δέρνει, να διαβάζω ανάποδα τον κόσμο.
Να επικεντρώνω την προσοχή μου στα υστερόγραφα.

Να μην βάζω τίτλους στα κεφάλαια.Πού βρίσκομαι; Ρωτάς;
Σε μια έρημο και περιφέρομαι άσκοπα.
Σε λίγο θα νυχτώσει και φοβάμαι.
Μου λείπει η σιγουριά της πάχνης στο τζάμι του δωματίου μου.

Μου λείπει το κόκκινο σάλι μου.
Οι πικροδάφνες στους μεγάλους δρόμους
Οι μενεξέδες στα παρτέρια των πάρκων.
Μου λείπει η φλυαρία της μοναξιάς μου.

Ο ζεστός καφές παρέα με το φίλο μου.Τα σοκολατάκια στην παλιά φοντανιέρα της μαμάς μου.
Η μαρμελάδα από βατόμουρα.
Μου λείπει η τζανεριά στην άκρη του ακάλυπτου.
Το κλουβί με τα καναρίνια στο αντικρινό μπαλκόνι.

Η γάτα μου, η Μάργκω.
Τα χαρτιά και τα μολύβια μου
(κι ας μην κατάφεραν ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Σε μια έρημο βρίσκομαι. Και σε παρακαλώ μη με ρωτάς γιατί.
Ξέρεις πως είμαι ανίκανη να δώσω εξηγήσεις.

Όμως. Απ όλα περισσότερο, θέλεις να μάθεις τι μου λείπει;
Το παραμύθι.
Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί!Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους, που ξεπουλούν
στους πάγκους τους το μέλλον σου.

Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.

Να κρεμάσουν τα σχέδια σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.

Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.Και κάτι άλλο. Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε.
ν απολαύσεις τ άρωμά τους.

Α! Κι αν θέλεις μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!Μήπως πρέπει…Μήπως…Μια γνώμη λέω.
Να βάλεις “φραγή” σε ορισμένα πρόσωπα που σε περικυκλώνουν
και ισχυρίζονται ότι αποτελούν το πλαίσιο σου;

Την κορνίζα σου, και καλά.
(Και τι κορνίζα Θε μου! Όλο χρυσόσκονη!)
Μήπως πρέπει να απενεργοποιήσεις ορισμένα συναισθήματα,
που αποδείχτηκαν υπερβολικά και ανώφελα;

Η γενναιοδωρία, φίλε, έχει κάποια όρια. Κάποια στοπ.
Όταν τα ξεπεράσεις ξέρεις που οδηγείσαι;
Στο διασυρμό και στην αυτοκαταστροφή.

Έτσι είναι. Κι ας μη σ αρέσει να το δεις.
Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου,
πως οι “άλλοι” κάποτε θ αλλάξουν.
Ξέχνα την, να χαρείς.
Οι “άλλοι” την έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.

Εσύ ν αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.
Αν δεν μπορείς τουλάχιστον μη θορυβείς.
Έχεις ακούσει μήπως για τη μητέρα Τερέζα;
Καμία σχέση!

 

Είναι γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι δεν μπόρεσαν
ποτέ ν απλώσουν τα “ρούχα” τους στον ήλιο, να τα στεγνώσουν.
Πάντα βρεγμένα τα φορούν.
Δεν είναι η ζωή που φταίει γι αυτό, κι ας της ρίχνουν
όλα τα βάρη.
Ούτε οι ίδιοι, βέβαια, φταίνε.
Φταίει το ότι δεν τους χάρισε ποτέ κανείς έναν ήλιο.
Έναν ολόδικό τους ήλιο.
Ν ανατέλλει, να δύει και πάλι ν ανατέλλει λαμπερός
μέσα τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη “Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή”