Μαρία Πολυδούρη, ήρθε κι έφυγε κάποιο Απρίλη...

ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ Πρωταπριλιά του 1902 στην Καλαμάτα. Κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της πρώιμης φεμινίστριας Κυριακής Μαρκάτου. Εμφανίζεται στα γράμματα στα δεκατέσσερά της. Εργάζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 χάνει και τους δύο γονείς της. Μετατίθεται στην Αθήνα, όπου γνωρίζεται με τον Κώστα Καρυωτάκη με τον οποίο ζει έναν σύντομο αλλά θυελλώδη έρωτα που την καθορίζει. Πεθαίνει από φυματίωση σε ηλικία 28 ετών, 29 Απριλίου. Ιδού δεινό δείγμα των ποιημάτων της Μαρίας Πολυδούρη:

ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ δεν αχούν άγρια οι ανέμοι./ Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως./ Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη/ ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.// Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει/ που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά/ κι αν κάποτε μιλάμε αναφτεριάζει/ πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.// Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι/ κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή./ Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,/ σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα/ στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του./ Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα/ προσχήματα γινόνταν της ορμής του.// Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο/ λίγες στιγμές· βίαιος στον έρωτά του./ Υστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο/ και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.// Ενας περίεργος ξένος επλανιόταν/ αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη./ Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν/ πως κάτι φοβερό τον περιμένει.// Ηταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους/ που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει./ Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους/ σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.// Ενα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη/ τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι/ στον κρόταφο. Ηταν όλος σα μια νίκη,/ σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.// Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,/ μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!/ Ολος μια ευχαριστία σα να ’χε γίνει./ Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΩ Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,/ όταν αντικρύ θ’ ανοίγη μές στη γάστρα μου δειλά/ ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη/ και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.// Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σαν την ζωή μου,/ που η δροσιά της, κόμποι δάκρυ θα κυλάη πονετικό/ στο άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζη τη γιορτή μου,/ στο άγιο χώμα που θα μου είνε κρεβατάκι νεκρικό.// Οσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν/ και θ’ αφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού./ Οσα μ’ αγαπήσαν μόνο θα ’ρθουν να με χαιρετίσουν/ και χλωμά θα με φιλάνε σαν αχτίδες φεγγαριού.// Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη./ Η στερνή πνοή μου θα ’ρθη να στο πη και τότε πια,/ όση σου απομένει αγάπη, θα ’ναι σα θαμπό καντύλι/ – φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά.

Πηγή: Η Εφημερίδα των συντακτών, του Δημήτρη Νανούρη

https://www.apotis4stis5.com/ellhnika/ellhnikh-gwnia/10819-10-tragoudia-se-poihsh-marias-poludouri