Από το ομώνυμο μυθιστόρημα του J.D. Salinger

 

 

 

Γιατί ο «Φύλακας στη σίκαλη» είναι ακόμα αξεπέραστος
ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ: ΧΡ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Γ. ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ, ΙΩ. ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Β. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Αν ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ ακολουθήσει τη μετά θάνατο μοίρα όλων των μεγάλων συγγραφέων, σίγουρα κάποια στιγμή οι λογοτεχνικοί, έστω και ημιτελείς, θησαυροί που άφησε θα πλημμυρίσουν την αγορά.

Ηδη ξέρουμε από το βιβλίο της κόρης του Μάργκαρετ («Dream Catcher») ότι έγραφε συνεχώς, ότι της είχε δείξει ολοκληρωμένα χειρόγραφα. Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» ανέφεραν ότι τουλάχιστον δύο από αυτά βρίσκονται σε θυρίδα τράπεζας του Κόρνις, ενώ άλλοι προτιμούν να τα φαντάζονται κρυμμένα σε χρηματοκιβώτιο στο σπίτι του.

Μέχρι, όμως, να διαβάσουμε και νέο Σάλιντζερ, ας ξαναβυθιστούμε στα παλιά του κείμενα και κυρίως στον «Φύλακα στη σίκαλη». Πέντε συγγραφείς όλων των γενεών μάς εξηγούν σήμερα γιατί αυτό το βιβλίο, του 1951, είχε και έχει ακόμα τόση δύναμη και επίδραση σε αναγνώστες και λογοτέχνες όλου του κόσμου. Προηγείται, βέβαια, η κατάθεση της Τζένης Μαστοράκη, αφού στη δική της εξαιρετική μετάφραση (εκδόσεις «Επίκουρος») χρωστάμε ήδη από το 1978 τη γνωριμία μας με τον ήρωα του Σάλιντζερ, Χόλντεν Κόλφιλντ.

 

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
Δεν πουλάει επανάσταση

«Ο «Φύλακας στη σίκαλη» κλείνει τα 59, αλλά δεν το δείχνει καθόλου: δεν έχει γεράσει ούτε μία ώρα από τα δεκαεννιά μου που τον πρωτοδιάβασα και πέρασαν στο μεταξύ 42 χρόνια.

 

Ο Χόλντεν Κόλφιλντ δεν είναι εύκολη περίπτωση. Δεν σου επιτρέπει να τον συμπονέσεις, δεν θέλει να τον αγαπήσεις, να τον κάνεις φίλο σου, να ταυτιστείς μαζί του έστω: είναι αδιαπέραστη η ερημιά του. Βλέπει τον κόσμο σαν αμείλικτος τριαντάρης, αλλά εκφράζεται με λεξιλόγιο και συντακτικό ενός πιτσιρικά. Δεν πουλάει επανάσταση. Απολύτως τίποτα δεν πουλάει. Απελπίζεται, αλλά δεν το λέει φωναχτά. Παραιτείται, αλλά δεν το κάνει ζήτημα. Εχει απίστευτο μεγαλείο και η απελπισία του και η παραίτησή του. Ισως γι' αυτό να έχει αντισταθεί ώς τώρα στις σχολικές αναλύσεις των αμερικανόπαιδων, στην άρνηση και στη λατρεία, στην παθολογία των φανατικών του και -προπάντων- στον χρόνο: γιατί μιλάει σε ό,τι πιο απελπισμένο έχουμε όλοι μέσα μας.

 

Ο Χόλντεν, ένας κυνηγός (ελέω καπέλου), έχει καταδικαστεί να παραδέρνει μέσα στον ασφυκτικό χρόνο ενός βιβλίου: δυο μέρες και τρεις νύχτες. Ο Σάλιντζερ, ένας κυνηγημένος, είχε καταδικαστεί να παραδέρνει μισόν αιώνα, μέρα νύχτα, μέσα στους δικούς του τοίχους, που ποτέ δεν τον προστάτεψαν αρκετά. Πάντα τους σκέφτομαι σαν ένα αυτούς τους δυο.

 

Στη λίστα με τους δημοφιλέστερους φανταστικούς ήρωες από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα, ο Χόλντεν κρατάει σταθερά τη δεύτερη θέση στις προτιμήσεις του κοινού. Εκεί θα τον έβαζα κι εγώ. Και στην πρώτη πρώτη, τον Σάλιντζερ. Γιατί κι αυτός, με τον καιρό, ένας φανταστικός ήρωας έγινε. Και όχι μόνο για μένα».

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έγραψε τον «Φύλακα στη σίκαλη» σε ηλικία 32 ετών. Εγώ τον διάβασα όταν ήμουν 16. Νομίζω ήταν η κατάλληλη στιγμή.
Η περιπλάνηση του Χόλντεν Κόλφιλντ παραμένει μια από τις πιο ελκυστικές ιστορίες μύησης/ενηλικίωσης (coming-of-age) στην αμερικανική λογοτεχνία και η εφηβεία αποτελεί το προσφορότερο πεδίο για την πρόσληψή της.

 

Ο Κόλφιλντ μοιάζει αποκλεισμένος -ακόμα και θυματοποιημένος- από τον κόσμο γύρω του, αισθάνεται παγιδευμένος «στην άλλη πλευρά», όπως λέει ο ίδιος, και διαρκώς ψάχνει κάποιον δρόμο διαφυγής από την ανοίκεια για τον ίδιο πραγματικότητα. Υπάρχει άραγε καλύτερη μεταφορά για τους φόβους που γεννά η επώδυνη χειραφέτηση των χρόνων της εφηβείας; Η αποξένωση ως μέσο αυτοπροστασίας, ο φόβος της ενηλικίωσης, η πλαστότητα του κόσμου των ενηλίκων, το δίλημμα των διαπροσωπικών σχέσεων και της σεξουαλικότητας, το ψεύδος και η εξαπάτηση είναι ζητήματα που διατρέχουν το βιβλίο σε όλη του την έκταση.

 

Εδώ όμως υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Οι προβληματισμοί του νεαρού Κόλφιλντ αφορούν όχι μόνο τον εκάστοτε αναγνώστη αλλά και τον συγγραφέα Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, καθώς και τη θέση του ίδιου του έργου στον αμερικανικό κανόνα: ας μην ξεχνάμε ότι κυκλοφόρησε το 1951, δηλαδή όταν πρωτοεμφανίστηκε το φαινόμενο της νεανικής -ή ακόμα και γενικότερα της λαϊκής- κουλτούρας (youth/pop culture). Με αυτόν τον τρόπο το βιβλίο αποκτά τη σημασία ενός ντοκουμέντου για την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου πολιτισμού (όπως π.χ. και το Rock around the clock του Μπιλ Χέλεϊ, που ηχογραφήθηκε τρία χρόνια αργότερα).

 

Οσο για τον ίδιο τον Σάλιντζερ, αποφάσισε να ζήσει κυριολεκτικά πίσω από ένα συμπαγές τείχος δυόμισι μέτρων. Να είναι αυτή μια άλλου τύπου μεταφορά του «φύλακα» στην πραγματική ζωή; Ο συγγραφέας μοιάζει να γίνεται ο ήρωάς του: «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ», κατά την τετριμμένη ρήση του Φλομπέρ. Ο Σάλιντζερ προτιμούσε μια άλλη διατύπωση: «Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο». Μετά τον θάνατό του, ετούτη η τελεσίδικη έκφραση μοιάζει κι αυτή με κυριολεξία.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Για την ελευθερία και την αγάπη



Στο βιβλίο του ο Σάλιντζερ μιλάει για την ελευθερία και την αγάπη.
Στο πικρό πρόσωπο του νεαρού ήρωα έχει αφήσει τα ίχνη της, εκτός των άλλων, και η τρομώδης εκπαίδευση, που συνεχίζει και στις μέρες μας την κακοποιό δράση της. Τότε που το διάβασα τον ζηλέψα που την κλότσησε και πήρε τους δρόμους. Πήρε δρόμο επίσης και απ' την αγχωτική, υπό προϋποθέσεις, αγάπη της οικογενείας, που όπως κάθε οικογένεια φορτώνει στους γόνους της όλο το βάρος της Γης.

 

Πώς φεγγοβολάει, όμως, στο βιβλίο η αγάπη της αδελφής του προς αυτόν, πόσο βαθιά χαράσσει τον αναγνώστη η αντίδραση του ήρωα σ' αυτή την αγάπη. Τέλος, πώς σοφά αποποιείται το πικραμένο αγόρι όλη την εμετική κοινωνική διάκριση και όνειρό του είναι, όπως εξομολογείται στην αδελφή του, να φυλάει τα παιδιά που παίζουν για να μην πέσουν στον γκρεμό. Φύλακας στο καραούλι της πρακτικής αγάπης, αυτό που οφείλει να είναι το πρώτο μέλημα του ανθρώπου και το εκφράζει θαυμάσια η αρβανίτικη προτροπή «ρουα-ρούχου», δηλαδή «φύλαξε-φυλάξου».

 

Αναρωτιέμαι, φυλάχτηκε άραγε ο συγγραφέας κατά την αναχώρησή του απ' το δημόσιο κουρνιαχτό ή αντιθέτως αθελήτως τον διόγκωσε; Παράδεισος θα ήταν για ψυχισμούς σαν τον δικό του η πλήρης ανωνυμία. Για όλη τη μικρή ζωή να είναι ο ταπεινός και ελεύθερος φύλακας στη σίκαλη.

 

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ενέπνευσε ακόμα και τον Δεκέμβρη

«Ο φύλακας στη σίκαλη» του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (στη γλώσσα μας, ευτυχώς, τον μετέφρασε η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη το 1978) διαθέτει λογοτεχνικό πρόγονο: τον εξίσου ευαίσθητο και εξεγερμένο απέναντι στην υποκρισία των ενηλίκων, έφηβο «Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν.
Μεταφέροντας από το αγροτικό περιβάλλον στο αστικό την αμεσότητα, τον μεταμφιεσμένο σε πικρή ειρωνεία θυμό και κυρίως την εντιμότητα της φωνής του πνευματικού πατέρα του, ο Σάλιντζερ ανακάλυψε μια ολόκληρη νέα ήπειρο, της οποίας εξακολουθούμε να είμαστε κάτοικοι.

 

Από το 1951 που δημοσίευσε το εμβληματικό μυθιστόρημά του, ισχύουν τα ίδια από υπαρξιακής απόψεως, και αντιγράφεις θέλοντας και μη τον Χόλντεν Κόλφιλντ, αν επιχειρήσεις να μιλήσεις εξ ονόματος ενός επαναστατημένου. Στις μαζικές δυτικές κοινωνίες κυριαρχεί πια ο μέσος άνθρωπος και η μόνη δυνατότητα ανυπακοής που σου προσφέρεται, ταυτίζεται με την εφηβεία (κανονική, παρατεταμένη ή αιώνια), γιατί ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά αυτό καθ' αυτό το Σύστημα. Σχεδόν αναπόφευκτα, λοιπόν, έχουμε έκτοτε όλοι μας την αίσθηση ότι σαν να βγήκαμε μέσα απ' αυτό το εκρηκτικής αθωότητας βιβλίο. Για μένα, ακόμα και η εξέγερση της νεολαίας τον προπερασμένο Δεκέμβριο, από τον «Φύλακα στη σίκαλη» εμπνεόταν. Απλώς επρόκειτο για τη βαλκανική του εκδοχή.

 

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ευαγγέλιο εφηβικής αθωότητας

 

«Αμέσως μετά την καλοσύνη, η αυθεντικότητα είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα στον κόσμο, κι απ' τα πιο σπάνια, επίσης...», λέει, σε ανύποπτο χρόνο, ένας από τους ήρωες του Σάλιντζερ, στο τελευταίο δημοσιευμένο κείμενό του.

 

Η φράση θα μπορούσε να ανήκει κάλλιστα σε κριτική για τον «Φύλακα στη σίκαλη» ή στα... απομνημονεύματα του Χόλντεν Κόλφιλντ.

 

Ο Σάλιντζερ έγραψε ένα ευαγγέλιο της εφηβικής αθωότητας, ορίζοντάς την ως το μοναδικό σχεδόν καταφύγιο -μια «κιβωτό», που περισώζει τις σπάνιες και αυθεντικές εκείνες αρετές που κινδυνεύουν με αφανισμό από τον κατακλυσμό ενός κάλπικου κόσμου...

 

Αρκεί αυτό για να εξηγήσει γιατί ο «Φύλακας» αγαπήθηκε τόσο και από τόσους; Ασφαλώς όχι! Θα αρκούσε άραγε να προστεθεί ένα σχόλιο για το timing -την εποχή που εκδόθηκε το βιβλίο; Μάλλον όχι. Οπως επίσης δεν θα βοηθούσε και πολύ να επισημάνει κανείς τη σοφή επιλογή της γλώσσας του ήρωα, και άλλα τέτοια καλολογικά.

 

Οι εκρηκτικές εμπορικές επιτυχίες δεν εξηγούνται πάντα λογικά. Είναι η αντίσταση του «Φύλακα» στον χρόνο που μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε μια πειστική εξήγηση. Προσωπικά, προτιμώ τη διατύπωση του Ζούι, στην ομότιτλη νουβέλα, καθώς νουθετεί τρυφερά την αδερφή του: «Η μοναδική έγνοια ενός καλλιτέχνη», της λέει, «είναι να κυνηγήσει μια μορφή τελειότητας και, μάλιστα, με τους δικούς του όρους, κανενός άλλου».

 

Αυτό δεν έκανε κι ο Σάλιντζερ;

 

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Στον αστερισμό της οικογένειας Γκλας

 

Κάποιο καλοκαίρι της δεκαετίας του '90 στο Ξυλόκαστρο ένα ψηλό μελαχρινό ατίθασο Ελληνογαλλάκι, ο Τηλέμαχος, που παραθέριζε με την οικογένειά του στο ξενοδοχείο «Αρίων» και τρόμαζε τις ηλικιωμένες κυρίες πηδώντας ξαφνικά από ένα παράθυρο του ισογείου στη βεράντα, όπου αυτές έπαιζαν χαρτιά, ως άλλος Μπάτμαν, με ρώτησε ένα βράδυ σε μια ψαροταβέρνα όπου εργαζόταν για να βγάλει κάποιο χαρτζιλίκι. «Δεν μου λες εσύ, δεν μου είπες ποτέ, με τι ασχολείσαι;». «Συγγραφέας», ομολόγησα με κάποια συστολή. «Δηλαδή;».
Και όταν πια του εξήγησα τι είδους βιβλία γράφω, τότε με δυνατή φωνή που έκανε τα άλλα τραπέζια να στραφούν προς το μέρος μας, μου είπε: «Α, μάλιστα, κατάλαβα, δηλαδή «Attrape coeur». Ηταν ο γαλλικός τίτλος τού «Φύλακα στη Σίκαλη», όπως προφανώς το μετέφρασε στη γλώσσα μας η καλή μας Τζένη Μαστοράκη. Κι αμέσως σκέφτηκα: Κοίτα να δεις... αυτό το βιβλίο έγινε ταυτόσημο με την έννοια συγγραφέας.

 

Κάπου νωρίτερα, στη δεκαετία του '80, στεγάστηκαν σ' ένα τομίδιο με δικό μου πρόλογο δύο αμερικάνικα διηγήματα με τους ήρωες μεταφερμένους στην Αθήνα της εποχής. Η «Χαμένη Δεκαετία» του Φιτζέραλντ από τον Θοδωρή Δασκαρόλη και η «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» του Σάλιντζερ από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο. Ο τελευταίος μάλιστα επανέλαβε αργότερα το εγχείρημα στο βιβλίο του «Εμμονες Ιδέες».

 

Ο ήρωας στα «Μπανανόψαρα», ο Σέιμορ, που αυτοκτονεί στις διακοπές του κοντά στη θάλασσα, είναι εξέχον μέλος της οικογένειας Γκλας που αποτελείται από παιδιά-θαύματα, τα οποία ξεκίνησαν από μια εκπομπή στο ραδιόφωνο και εξελίχθηκαν σε ενήλικες-θαύματα που διαβάζουν βουδιστικά κείμενα και κάνουν ζεν. Οι περιπέτειές τους, εκτός από τα «Μπανανόψαρα», περιλαμβάνονται στις νουβέλες «Φράνι και Ζούι», «Σέιμορ, μια εισαγωγή» καθώς και στο αγαπημένο μου «Σηκώστε τη σκεπή μαστόροι», τίτλος που παραπέμπει σε στίχο της Σαπφώς. Εκεί περιγράφεται η ξεκαρδιστική όσο και μελαγχολική ιστορία του μικρότερου από τ' αδέλφια Γκλας, ο οποίος παίρνει άδεια από τον στρατό για να παραβρεθεί στον γάμο του μεγαλύτερου αδελφού του στη Νέα Υόρκη. Οσες φορές κι αν το διαβάσω, δεν το χορταίνω.

 

Ωστε, λοιπόν, ο καλός συγγραφέας και σύντροφος των νεανικών μας χρόνων, με ατελείωτες συζητήσεις βράδια ολόκληρα γύρω από αυτόν με τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Βασίλη Διοσκουρίδη και τον Λευτέρη Βογιατζή, δεν υπάρχει πια! Πότε έφτασε κιόλας 92 χρονών! Εμείς ξέρουμε τη φωτογραφία του που τον δείχνει τριαντάρη με κορακάτο μαλλί και βλέμμα γαζέλας. Η υστεροφημία του διατηρήθηκε όχι μόνο στα βιβλία του αλλά και στη δική του νεανική μορφή. Σε μια Αμερική, σκέφτομαι, που δεν υπάρχει πια. Ενα έθνος που, παρά τη νίκη του, σκιάστηκε από τις συνέπειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την ισοπέδωση της Χιροσίμας. Συνέπειες που είναι φανερές και στους ήρωες του συγγραφέα και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την αυτοκτονία του Σέιμορ στα «Μπανανόψαρα».

 

Ο ανατρεπτικός έφηβος Χόλντεν Κόλφιλντ και οι σοφές μέχρι υστερίας φιγούρες των αδελφών Γκλας αντιπροσωπεύουν ό,τι πιο ακραίο και χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής Αμερικής. Σκιαγραφούν νευρώσεις, όνειρα, δίνουν με απίστευτο χιούμορ οικογενειακές εικόνες μιας κοινωνίας που χάθηκε πια. Ομως η δύναμη, το νεύρο, το γέλιο και η απίστευτη ενέργεια των σελίδων του Τζέι Ντι Σάλιντζερ (μοιάζει με αναγραμματισμό του Ντι Τζέι) διατηρούν τους ήρωές του ζωντανούς όπως και την πρώτη μέρα. Δεν ξέρω αν κάποιοι κριτικοί θελήσουν στο μέλλον να αμαυρώσουν αυτόν τον συγγραφέα (ακολουθώντας ίσως την κόρη του και τη βιογραφία της), όμως για μένα και τους φίλους, παλιούς και νεότερους, ο Σάλιντζερ παραμένει μοναδικός μέσα στην αναρχία των ιδεών του, την ευθυμία του, την παιδική σοφία και την υπόγεια τραγικότητα των ηρώων. Δεν ξέρω αν ποτέ αποφασιστεί να κυκλοφορήσουν όσα έγραψε εκ των υστέρων κλειδωμένος στο ερημητήριό του. Αλλά για μένα αυτό δεν έχει την παραμικρή σημασία. Τα λίγα βιβλία που ο Τζέι Ντι δημοσίευσε έγιναν μύθος που έδωσε καινούργιο νόημα στη ζωή μας.

 

Πηγή: Ελευθεροτυπία